π. Τ. Η.
Τὴν δεύτερη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου, ὡς εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, οἱ Πατέρες ὅρισαν νὰ διαβάζεται ἡ θαυμάσια καὶ διδακτικότατη παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, ποὺ μᾶς παρουσιάζει πολὺ γλαφυρὰ τὴν πορεία ἑνὸς νέου, ὁ ὁ-ποῖος, ἀφοῦ ζήτησε ἀναιδέστατα ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας του, ἔφυγε σὲ χώρα μακρινή.
Ἐκεῖ, ἄρχισε νὰ κάνῃ ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ ὅταν ξοδεύτηκε ἡ περιουσία του στὶς ἀσωτίες, ἔπεσε στὴ χώρα ἐκείνη μεγάλη πείνα καὶ ἄρχισε νὰ στερεῖται ἀκόμη καὶ τὰ ἀπαραίτητα. Πῆγε τότε νὰ ἐργασθῇ ὡς χοιροβοσκός. Ἦταν τέτοια ἡ στέρησι καὶ ἡ πείνα του, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσῃ ἀκόμη καὶ μὲ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοίροι, ὅμως οὔτε κι ἀπὸ αὐτὰ δὲν τοῦ ἔδιναν νά φάῃ.
Βλέποντας τὰ χάλια του, θυμήθηκε τὴν δόξα ποὺ εἶχε κοντὰ στὸν Πατέρα του καὶ μετανοημένος, ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψῃ κοντά του καὶ νὰ τοῦ ζητήσῃ ταπεινὰ συγγνώμῃ. Μόλις, λοιπόν, ἔφθασε κοντὰ στὸ πατρικό του σπί-τι, ὁ πατέρας του, ποὺ τόσο καιρὸ τὸν περίμενε νὰ ἐπιστρέψῃ, ἔτρεξε καὶ τὸν ἀγκάλιασε καὶ διέταξε τοὺς ὑπη-ρέτες νὰ τὸν ντύσουν μὲ λαμπρὰ ἐνδύματα καὶ χαρούμενος γιὰ τὸν γυρισμὸ τοῦ παιδιοῦ του, ἔκανε ἕνα πλουσι-οπάροχο γεῦμα. Ἡ παραβολὴ τελειώνει μὲ τὴν ἀχαρακτήριστη συμπεριφορὰ τοῦ μεγαλυτέρου ἀδελφοῦ, ὁ ὁ-ποῖος, ὅταν ἔμαθε γιὰ τὸ συμβάν, δὲν χάρηκε καθόλου, οὔτε καὶ ἤθελε νὰ μπῇ στὸ σπίτι του, παρὰ θύμωσε μὲ τὸν πατέρα του ποὺ δέχτηκε πίσω τὸν παραστρατημένο ἀδελφό του.
