TRANSLATOR


3 Σημαντικά Βιβλία γιά τήν Ἠλεκτρονική Διακυβέρνηση, τό Χάραγμα, τήν Ψηφιακή Ταυτότητα καί τόν Προσωπικό Ἀριθμό, πού διαφωτίζουν καί λύνουν ὅλες τίς ἀπορίες! Κάντε κλίκ στήν εἰκόνα γιά νά τά δεῖτε καί νά τά κατεβάστε δωρεάν!

Σελίδες

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Α Α Γ Α Π Η Σ π. Δ η ­μ η ­τ ρ ί ­ο υ Μ π ό ­κ ο υ



Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Α   Α Γ Α Π Η Σ 
π.   Δ η ­μ η ­τ ρ ί ­ο υ   Μ π ό ­κ ο υ
 

http://e-shop.valentine.gr/images/chrfresh001-mid.jpg
http://static7.depositphotos.com/1038411/770/v/950/depositphotos_7707133-Bell-love-sketch-for-Christmas-or-wedding-with-bow.jpg


Γράφει: ὁ π. Δημήτριος Μπόκος

­δη­γς ­νέ­βη­κε σβέλ­τα στ θέ­ση του κα ­βα­λε μπρς τ μη­χα­νή. Ο τε­λευ­τα­οι ­πι­βά­τες ­νέ­βη­καν βι­α­στι­κά, βάλ­θη­καν ν ψά­χνουν τς θέ­σεις τους. Προ­πα­ρα­μο­ν Χρι­στου­γέν­νων, κί­νη­ση στ ζε­νίθ.
­σκυ­ψε ν ση­κώ­σει τ βα­λί­τσα της, μ ν­τρας της τν πρό­λα­βε. Τν τα­κτο­ποί­η­σε στν χ­ρο τν ­πο­σκευ­ν κα γύ­ρι­σε κε­φά­τος κον­τά της.

-  ν­τε λοι­πόν, κα­λό σου τα­ξί­δι, τς χα­μο­γέ­λα­σε ­πο­χαι­ρε­τών­τας την. Σ λίγο πάλι ραν­τε­βο ­δ.
Χα­μο­γέ­λα­σε κι ­κεί­νη μ τ ζό­ρι, ν­τάλ­λα­ξαν ­να βι­α­στι­κό, ψυ­χρ φι­λ κι ­νέ­βη­κε στ θέ­ση της. ­φευ­γε γι τν ­θή­να ­κτά­κτως. Γι δυ­ μέ­ρες μο­νά­χα. Ν δώ­σει ­να χέ­ρι βο­ή­θειας στν κό­ρη τους, πο μ­παι­νε γι μι μι­κρο-­πέμ­βα­ση στ νο­σο­κο­με­ο. Τί­πο­τε ­νη­συ­χη­τι­κό, θά ’βγαι­νε α­θη­με­ρόν, μ κά­ποι­ος ­πρε­πε ν κρα­τή­σει τ μι­κρά, ­σπου ν ξα­νάρ­θει μά­να τους.
Τ με­γά­λο λε­ω­φο­ρε­ο ξε­κί­νη­σε. Πρν στρί­ψουν γι τν με­γά­λο δρό­μο, ε­δε ξα­ν μ τν ­κρη το μα­τιο της τν ν­τρα της. Τς κού­νη­σε τ χέ­ρι του. Κού­νη­σε κι ­κεί­νη ­λα­φρ μ ­νό­ρε­χτα τ κε­φά­λι της. Μι με­λαγ­χο­λι­κ δι­ά­θε­ση τν πλημ­μύ­ρι­ζε.
Μ τ πο χά­θη­κε τ λε­ω­φο­ρε­ο ­π’ τ μά­τια του, ν­τρας ­βγα­λε τ κι­νη­τό. ­ψα­ξε τ λί­στα μ τ νού­με­ρα, ­κα­νε μι κλή­ση.
-  Ε­μαι ­λεύ­θε­ρος! ε­πε ε­θυ­μα κα­θς ­νοι­ξε γραμ­μή. Τί θά ’λε­γες γι τ βρα­δά­κι στς ­κτώ;
-  ­κέ­υ. Στ γνω­στ ση­με­ο ­πό­ψε στς ­κτώ, ­πάν­τη­σε λα­κω­νι­κ μι γυ­ναι­κεί­α φω­ν κα ­κλει­σε βι­α­στι­κ γραμ­μή.
­τρι­ψε τ χέ­ρια χα­ρού­με­νος. ­λα το ’ρχόν­του­σαν βο­λι­κά. Τ ­κτα­κτο τα­ξι­δά­κι τς γυ­ναί­κας του ­ταν λα­χε­ο ­πρό­σμε­νο. Σχεδν δυ­ με­ρο­λες ­λεύ­θε­ρος μ τ τε­λευ­τα­ο α­σθη­μα­τά­κι του δν ­ταν κα λί­γο. Θ ε­χαν ­λη τν ­νε­ση κα τν χρό­νο δι­κό τους. ­πί­θα­να!
­ρι­ξε μι μα­τι στ ρο­λό­ι του. ­ταν ­κό­μα πέν­τε. Ε­χε τν ε­και­ρί­α ν πά­ει σπί­τι ν φρε­σκα­ρι­στε λι­γά­κι. Μ ­πο­γει­ω­μέ­νη τ δι­ά­θε­ση κα τν καρ­διά του ν πε­τα­ρί­ζει σν ε­κο­σά­χρο­νος, χώ­θη­κε στ ­μά­ξι κα πά­τη­σε τ γκά­ζι σφυ­ρί­ζον­τας. Πόσο ξυπνα τ βόλευε λα!
γκρί­ζος Δε­κέμ­βρης ­φε­ρε τς πρ­τες στα­γό­νες στ με­γά­λο παρ­μπρίζ. ­δη­γς ­βα­λε μπρς τος ­α­λο­κα­θα­ρι­στ­ρες. Ο σι­γα­νς κου­βέν­τες τν ­πι­βα­τν βομ­βο­σαν στ’ α­τιά της, μ γυ­ναί­κα ­βλε­πε ­φη­ρη­μέ­νη ­π τ τζά­μι. Τ λε­ω­φο­ρε­ο ­ταν γε­μά­το κα πνι­κτι­κό. Τ φς λι­γό­στευ­ε γρή­γο­ρα κα τ το­πί­ο γι­νό­ταν ­λο κα θο­λό­τε­ρο. ­δη­γς ­να­ψε τ μι­κρ φ­τα πο­ρεί­ας. ­νοι­ω­σε ν πνί­γε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τ σκο­τά­δι δν τν πο­λι­ορ­κο­σε μό­νο ­π’ ­ξω, ε­σορ­μο­σε κα μέ­σα της.
­π και­ρ τώ­ρα ε­χε ν­τι­λη­φθε τς ­πο­πτες κι­νή­σεις το ν­τρα της κα τ φί­δια τν ­ζω­σαν ­π παν­το. Προ­σπά­θη­σε ν πα­ρα­μεί­νει ­σο πι ψύ­χραι­μη μπο­ρο­σε. Δν το ­κα­με νύ­ξη πο­τ γι τί­πο­τε. Δν ε­χε πα­ρά­πο­νο βέ­βαι­α πς δν τν πρό­σε­χε, μ κα­τά­λα­βε, σι­γου­ρεύ­τη­κε σχε­δόν, πς ­τρε­χε κα κά­τι λ­λο πα­ράλ­λη­λα. Πά­λε­ψε ν μν κα­ταρ­ρεύ­σει ­π τ σόκ, μ ­χα­σε κά­θε μ­πι­στο­σύ­νη στν ν­τρα της. ­λα μέ­σα της ­να­πο­δο­γύ­ρι­σαν. ­νοι­ω­σε προ­δο­μέ­νη κα πί­κρα τ δι­α­πό­τι­σε ς τ κα­τά­βα­θα.
Κα τώ­ρα δι­αι­σθα­νό­ταν μ ­κρί­βεια τί θ συ­νέ­βαι­νε στν ­που­σί­α της. Δ σκέ­φτη­κε πο­τ φυ­σι­κ ν τν ­στυ­νο­μεύ­σει κα ο­τε τ ­θε­λε, μάν­τευ­ε ­μως κα­θα­ρ τς κι­νή­σεις του. Κα­τα­λά­βαι­νε πο­λ κα­λ ­τι το ­φη­νε μ τ τα­ξί­δι της ­λεύ­θε­ρο τ πε­δί­ο γι δρά­ση. Τί λοι­πν κι ν ρ­χον­ταν σ δυ­ μέ­ρες Χρι­στού­γεν­να; Για­τί ν γυ­ρί­σει πί­σω κα γι ποι­όν;
Ο ζο­φε­ρς σκέ­ψεις ­φε­ραν πό­νο στ κε­φά­λι της κα σφί­ξι­μο στν καρ­διά. Τ μά­τια της γέ­μι­σαν ξαφ­νι­κ δά­κρυ­α. Φο­βή­θη­κε πς θ γί­νει ν­τι­λη­πτ ­π’ τν συ­νε­πι­βά­τη της κα ­στρε­ψε ­σο μπο­ρο­σε τ πρό­σω­πό της πρς τ τζά­μι. ­μή­χα­νη ­νοι­ξε τν τσάν­τα της, ­να­ζή­τη­σε τ κι­νη­τό της. Προ­σποι­ή­θη­κε πς θ τη­λε­φω­νή­σει γι ν κρύ­ψει τν τα­ρα­χή της. Ψα­χού­λε­ψε μ τρε­μά­με­να δά­χτυ­λα τ πλ­κτρα, ­θό­νη φω­τί­στη­κε, μ ποι­ν ν πά­ρει κα μ τί δι­ά­θε­ση ν μι­λή­σει;
­πρό­σκλη­τη τό­τε κα ξαφ­νι­κ μς στ θο­λό της βλέμ­μα κα στ σκο­τει­νι­α­σμέ­νο της μυα­λ ξε­φύ­τρω­σε μορ­φ το γέ­ρον­τα πνευ­μα­τι­κο της, πο ­δ κα τρί­α χρό­νια ε­χε ­να­παυ­θε. ­νό­σ ζο­σε, ­τρε­χε  κον­τά του πάν­τα σ κά­θε της πρό­βλη­μα. Μ τώ­ρα;
Σν ν τν ­σπρω­ξε ­νε­ξή­γη­τη πα­ρόρ­μη­ση, σχη­μά­τι­σε α­θόρ­μη­τα ­πως πα­λι τ νού­με­ρό του κι ­φε­ρε τ τη­λέ­φω­νο στ’ α­τί. ­νας λυγ­μς βα­θς κα σι­γα­νός, πα­ρ φω­νή, βγ­κε πνι­χτ ­π’ τ λα­ρύγ­γι της.
-  Βο­ή­θη­σέ με, ­γα­πη­μέ­νε μου γέ­ρον­τα! Χά­νο­μαι! Δε­ξε μου τ δρό­μο! νύ­χτα μ κα­τα­πί­νει!
-  Για­τί κλας, κα­λή μου; Ποι­ν ζη­τς; ν­τή­χη­σε ­μέ­σως μι ζε­στ βε­λού­δι­νη φω­ν στ’ α­τί της, μ πι­ό­τε­ρο τν ­κου­σε μς στν καρ­διά της.
Πά­γω­σε ­λό­κλη­ρη. Ποι­ς τς μι­λο­σε; γέ­ρον­τας πνευ­μα­τι­κός της; Μ δν ζο­σε πιά. Πς γί­νε­ται ν ­παν­τ στν κλή­ση της; Μν ­πα­θε πα­ρά­κρου­ση; Κοί­τα­ξε μ μά­τια δι­ε­σταλ­μέ­να τ τη­λέ­φω­νο. Στ φω­τει­ν ­θό­νη του λαμ­πύ­ρι­ζε μ χρώ­μα­τα θε­σπέ­σια ­χι τ νού­με­ρο πο κά­λε­σε, μ γα­λή­νια μορ­φ το γέ­ρον­τα, ­πως τν ­ξε­ρε πάν­το­τε. Μ πς μπο­ρο­σε ν συμ­βαί­νει α­τό; Τν κοί­τα­ζε μ τ γλυ­κό του βλέμ­μα κα τς χα­μο­γε­λο­σε. Στν παρήγορη θέα του ­νε­μος δυ­να­τός, ­να κύ­μα ε­φρό­συ­νο στρο­βί­λι­σε βί­αι­α τ βα­ρύ της ψυ­χο­πλά­κω­μα, τ σκόρ­πι­σε στ στιγ­μ σν σύν­νε­φο κα­κό. Μι γλυ­κει ­να­κού­φι­ση ­πλώ­θη­κε ς τ τε­λευ­τα­ο κύτ­τα­ρο το ε­ναι της. κα­λή της δι­ά­θε­ση ξε­χεί­λι­σε. ­φέ­θη­κε στ μα­γεί­α το μυ­στη­ρί­ου πο τν γ­κά­λι­α­ζε κι ς μν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε.
-  Τί σο συμ­βαί­νει, κό­ρη μου; ρώ­τη­σε σι­γα­ν γέ­ρον­τας.
-  Τ ξέ­ρεις, δν χρει­ά­ζε­ται ν σο τ π, πα­τέ­ρα μου, ­πάν­τη­σε κ­στα­τι­κά, σι­γα­ν κι ­κεί­νη, μν τυ­χν κα γί­νει ν­τι­λη­πτή. Βλέ­πεις τ ξε­στρά­τι­σμα το ν­τρα μου. Πη­χτ σκο­τά­δι ­πλώ­θη­κε στ ζω­ή μου. Μ τί κου­ρά­γιο πι ν ζ; Τ ­νει­ρά μου σβή­σα­νε. Μέ­σα μου σω­ρι­ά­στη­καν ­ρεί­πια.
-  Μ κα σ ξε­στρά­τι­σες, κό­ρη μου! ­χι μό­νο ν­τρας σου.
-  ­γώ; Μ πς ξε­στρά­τι­σα κα πό­τε; μί­λη­σε δι­πλ σο­κα­ρι­σμέ­νη τώ­ρα.
-  Πάν­τα ξε­στρα­τι­σμέ­νη ­σου­να κι ­ξω ­π’ τ δρό­μο το Θε­ο, ­πάν­τη­σε μ ­ρε­μη φω­ν γέ­ρον­τας. Ζο­σες κι σ γι τ δικό σου ­νει­ρο μονάχα. Πές μου, λήθεια, πό­τε ­γά­πη­σες τν ν­τρα σου ­σύ; Πάν­τα! …θ μο πες, …λ­λ μ βι­ά­ζε­σαι. ­γά­πα­γες α­τ πο σο ’δι­νε, ­χι α­τόν. ­ταν γι σέ­να τ κομ­μά­τι πο ­λει­πε π’ τ σχέδιό σου. Τ ταιριαστ συμ­πλή­ρω­μα σ’ να μον­τέ­λο πο φιλοτέχνησες σύ. Α­τ ­γά­πα­γες, τ βό­λε­ψή σου π τν παρουσία του. Κα τώ­ρα κλας γι τν ­ραί­α σου βι­τρί­να πο ρα­γίζει. Με­τρς τ κό­στος τ δικό σου μόνο. Α­τν δν τν ­γά­πη­σες ληθιν πο­τέ σου. Νά, πο σο ­γι­νε ­μέ­σως ­πε­χθής, ­ταν ρ­νή­θη­κε ν συμ­πλη­ρώ­νει τ πζλ τς φαν­τα­σί­ω­σής σου.
γυ­ναί­κα δν μί­λα­γε. Δν ε­χε δύ­να­μη ν’ ρ­θρώ­σει λέ­ξη. ­νοι­ω­θε ν’ ­δειά­ζουν τ σω­θι­κά της. γέ­ρον­τας συ­νέ­χι­σε.
-  Μ βλέ­πεις τί περ­νς ­σύ, λ­λ τί θ’ ­πο­γί­νει ­κε­νος τώ­ρα. Και­ρς ν δες τν ν­τρα σου. Ξέ­χνα τν ­αυ­τό σου. Κι ,τι ζη­τή­σεις ­π τν Θε­ό, κοίταξε νά ’ναι γι ’κε­νον, ­χι γι ε­χα­ρί­στη­ση δι­κή σου. Σκο­πός σου τώ­ρα μ χα­θε α­τός, πλά­σμα μο­να­δι­κό, μ ­νε­κτί­μη­τη ­ξί­α, φτι­αγ­μέ­νο μ ­προ­σμέ­τρη­το με­ρά­κι ­π τ χέ­ρια το Θε­ο. Ε­ναι δι­κός σου ν­θρω­πος, τ ξέχασες; Δν σο τν μ­πι­στεύ­τη­κε Θε­ός; Δν θ ρω­τή­σει κά­πο­τε τί ­κα­νες γι’ α­τόν; ν δν πο­νς ­σ γι’ α­τόν, ποι­ς θ τν δε μ κα­λο­σύ­νη; Πά­λε­ψε τώ­ρα ­σ λοι­πν ν μ χα­θε στν ­βυσ­σο. ­σε τ φυ­σι­κά σου α­σθή­μα­τα στν ­κρη. Και­ρς ν’ ­γα­πή­σεις τν ν­τρα σου!
­για φω­τει­ν μορ­φ πρε ν ­σβήνει ­π’ τν ­θό­νη, μ στν καρ­διά της ­λαμ­πε ­λο­ζών­τα­νη. Γι πόση ­ρα ­μει­νε ­κί­νη­τη, δε­μέ­νη μ ­ό­ρα­τα δε­σμ μα­γεί­ας ­περ­κό­σμιας; Φο­βό­τανε ν κου­νη­θε, μ δι­ώ­ξει τ μα­κά­ρια α­σθη­ση πο σν μάτιο παμφώτεινο τν πε­ρι­τύ­λι­γε. ­χτί­δα λαρ στ θλίψη της τ λό­για το γέ­ρον­τα, τς φα­νέ­ρω­σαν ­σα δν ­πο­πτευ­ό­ταν. Γι πρώ­τη φο­ρ ­βλε­πε νοιχτ τν ψυ­χή της κα­θα­ρά, σν ­νοιγ­μέ­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. ν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε βα­θιά.
Τ χέ­ρι της δει­λ-δει­λ γλί­στρη­σε στν τσάν­τα της. ­να­ζή­τη­σε τ κομ­πο­σχοί­νι της, δ­ρο μι­κρ μ ­νε­κτί­μη­το ­π’ τν πνευ­μα­τι­κό της. Τ πέ­ρα­σε χα­ϊ­δεύ­ον­τάς το ­πα­λ στ δά­χτυ­λά της. Στν πρ­το κόμ­πο στά­θη­κε… ρ­γ-ρ­γ μ στα­θε­ρ ψι­θύ­ρι­σε:
«Κύ­ρι­ε, ­η­σο Χρι­στέ, ­λέ­η­σον τν δο­λον σου …».
Τ ε­πε, τ ξα­να­ε­πε…, κόμ­πο-κόμ­πο…, ρ­γ-ρ­γά… Ν’ ­νοί­ξει δρό­μο προ­σευ­χή της πά­σχι­ζε δει­λά, σν τ μι­κρ ρυά­κι μς ­π’ ­γρι­ο­χόρ­τα­ρα κα πέ­τρες. Μ λί­γο-λί­γο ­τσα­λώ­θη­κε. Σν τ μω­σα­ϊ­κ ρα­βδί, τν βρά­χο τς ψυ­χς της χτύ­πη­σε τν ­νυ­δρο μ δύ­να­μη. Κα τ ρυά­κι φού­σκω­σε, πο­τά­μι ­γι­νε κα χεί­μαρ­ρος ρ­μη­τι­κς ξε­πή­δη­σε ­π τν ­ρη­μο ν­τός της. Τ συ­νε­π­ρε ­λά­κε­ρη. σκέ­ψη της ­ψώ­θη­κε γορ­γή. Δι­έ­τρε­ξε βου­ν κα δρό­μους πο ­δη­φά­γα σκο­τει­νι κα­τά­πι­νε ξο­πί­σω τους, στρι­φο­γύ­ρι­σε ­τί­θα­ση, ­να­ζή­τη­σε ­πί­μο­να τν ν­τρα της. Μ ­ε­το πα­νί­σχυ­ρα φτε­ρ προ­σευ­χή της πέ­τα­ξε ς ­κε­νον, τν γ­κά­λια­σε μυ­στι­κά. Μι γλυ­κει νο­σταλ­γί­α πρω­τό­γνω­ρη κέν­τη­σε σν πό­νος σι­γα­νς τν καρ­διά της. Πό­θη­σε ν ­ταν τώ­ρα κον­τά του. Γι πρώ­τη φο­ρ ­νοι­ω­σε πς ε­χε τ δύ­να­μη ν’ ­γα­πή­σει τν ν­τρα της.
Τ σκο­τά­δι τς νύ­χτας ­ξω πύ­κνω­νε, μ ψυ­χή της μέ­σα γέ­μι­ζε φς.
Τυ­λιγ­μέ­νη σ γλυ­κει θαλ­πω­ρ συ­νέ­χι­ζε ­δι­ά­λει­πτα: «…­λέ­η­σον τν δο­λον σου…».
Στς ­κτ ­κρι­βς, κε­φά­τος, μ ντύ­σι­μο κομ­ψό, προ­σεγ­μέ­νο γι τν πε­ρί­στα­ση, ν­τρας σή­κω­νε τ χέ­ρι του ν χτυ­πή­σει τ κου­δού­νι στν ­ξώ­πορ­τα το ραν­τε­βο του. ­κα­με ν τ γ­γί­ξει, μ δί­στα­σε. ­δι­ό­ρα­τη ­βε­βαι­ό­τη­τα δι­α­πέ­ρα­σε ­προσ­δό­κη­τα τν ψυ­χή του. Τί ­ταν α­τό; Δν τό ’θε­λε τό­σο πο­λ ν λθει ς δ; Για­τί δι­στά­ζει τώρα ατός, τόσο νυπόμονος; Τ χέ­ρι του ­μει­νε γι λί­γο με­τέ­ω­ρο κα κα­τέ­βη­κε. Τί το συ­νέ­βαι­νε; Ξαφ­νι­κ δν ­νοι­ω­θε σί­γου­ρος γι’ α­τ πο πή­γαι­νε ν κά­μει.
Στά­θη­κε συλ­λο­γι­σμέ­νος μ μπο­ρών­τας ν κα­τα­λά­βει τν ­αυ­τό του. Μι πα­ρόρ­μη­ση μέ­σα του τν ­σπρω­ξε ν χτυ­πή­σει κα πάλι, μ τ χέ­ρι του ­μει­νε ξαν στν ­έ­ρα ­βέ­βαι­ο. θλιμ­μέ­νη μορ­φ τς γυ­ναί­κας του πέ­ρα­σε ξαφνικ σν ­στρα­π  ­π τ βλέμμα του. ­λή­θεια, για­τί ν τς τ κά­νει α­τό; ­να δυ­σά­ρε­στο α­σθη­μα τν κυ­ρί­ευ­σε. ­νοι­ω­σε ­σχη­μα γι πρώ­τη φο­ρά. Κά­ποι­ες ­νο­χς σή­κω­σαν κε­φά­λι μέ­σα του. Μ για­τί ν το συμ­βαί­νουν τώ­ρα α­τά; Χω­ρς ν μπο­ρε ν τ ­ξη­γή­σει, κα­τά­λα­βε πς δν ­ταν σ θέ­ση ν προ­χω­ρή­σει στ σχέδιό του. Κά­τι μυ­στη­ρι­­δες, ­νε­ξή­γη­το μέ­σα του τν ­πω­θο­σε ­π’ τν σκο­πό του.
Γύ­ρι­σε ρ­γ-ρ­γά, ρ­χι­σε ν ­πο­μα­κρύ­νε­ται σκυ­φτός. Τ κι­νη­τό του χτύ­πη­σε. Τν ­ψα­χνε λε­γά­με­νη το ραν­τε­βο του. Δν ­πάν­τη­σε. Χω­ρς ν τ θέ­λει, χω­ρς ν προ­σπα­θε, ­λο κα πι ­πί­μο­να, ­λο κα πι ζων­τα­νά, ζω­γρα­φι­ζό­ταν μέ­σα του μορ­φ τς γυ­ναί­κας του. Πό­θη­σε ν ­ταν τώ­ρα κον­τά της. Και­ρ ε­χε ν τ νοι­ώ­σει α­τό. Τν εχε γγίξει κάτι θεϊκό. χάρη τς προσευχς της όρατη τος φερνε σ’ ντάμωμα μυστικό.
ρ­γ τ βρά­δυ τς πα­ρα­μο­νς, σ ­ρα πι πο­λ προ­χω­ρη­μέ­νη, ­φί­χθη­κε τ τε­λευ­τα­ο λε­ω­φο­ρε­ο τς γραμ­μς. Σκυ­φτά, προ­σε­κτι­κ γυ­ναί­κα κα­τέ­βη­κε τ σκα­λο­πά­τια, μ πρν τ πό­δι της γ­γί­ξει τ ­δα­φος, ­να χέ­ρι ­πια­νε παλ τ δι­κό της. Σή­κω­σε χα­ρού­με­νη τ πρό­σω­πό της κι ­ταν σ νά ’­βλε­πε τν ν­τρα της γι πρώ­τη φο­ρά. Μ λαμ­πε­ρ χα­μό­γε­λο γ­κα­λι­ά­στη­καν σφι­χτά, φι­λή­θη­καν, σ νά ’τα­νε τ πρ­το ραν­τε­βο τους.
Στν παγωμένο χει­μω­νι­ά­τι­κο ­γέ­ρα κάτω π τος θόλους το σταθμο ν­τη­χο­σαν χα­ρμονικ τ γιορτιν τραγούδια κα τ χριστουγεννιάτικα κά­λαν­τα. ­π τ στο­λι­σμέ­να δέν­τρα λάμ­ψεις σκορ­πί­ζον­ταν χι­λιά­δες. Μ τ γι­ορ­τ τν ε­χαν μέ­σα τους α­τοί, φού­σκω­νε τν καρ­διά τους χα­ρ τς Γέν­νη­σης. Κα ξε­χυ­νό­ταν ­π’ τ ζε­στά τους πρό­σω­πα τρι­γύ­ρω κι ­π τ μά­τια τους τ φω­τει­νά.
Πολ­λ δν ε­παν. Μ ­γρ μα­τιά, …«Κα­λ Χρι­στού­γεν­να, κα­λή μου!», επε μονάχα κενος, …«Κα­λ θ ε­ναι σί­γου­ρα, γλυ­κέ μου!», ψιθύρισε κείνη… κι γ­κα­λι­α­σμέ­νοι ­πως ­ταν προ­χώ­ρη­σαν.
Κι ­σοι τος βλεπαν τν ρα ατ ν περ­πα­τον… μέ­σα στ θε­ο φς τς ­γιας νύ­χτας, γι χρόνια εχαν ν μιλον… γι μι ­στο­ρί­α ­θό­ρυ­βης, μ ­στό­σο… ληθινς κα παν­το­δύ­να­μης ­γά­πης…
Χρι­στού­γεν­να 2014

Διαδίδετε τν « ν τ ι ύ λ η».
κτυπστε/προωθστε σ φιλικ e-mails.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

LinkWithin

Μπορείτε νά δείτε και:

ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΠΑΠΥΡΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΝ ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ

ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΠΑΠΥΡΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΝ ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ

Ποιός θεωρείται σφραγισμένος!

Ποιός θεωρείται σφραγισμένος!
.

ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ ΘΑ ΠΑΡΑΛΑΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΨΕΥΤΙΚΗ!

ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ ΘΑ ΠΑΡΑΛΑΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΨΕΥΤΙΚΗ!
.

.

.
.

.

.
.

Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσιν!

Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσιν!
Τό Φῶς τό Ἀληθινόν!

Ή ΘΑ ΖΗΣΩ ΜΙΑΝ ΩΡΑΝ ΚΑΘΩΣ ΘΕΛΕΙΣ, ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, Ή ΑΣ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΩ ΕΙΣ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΖΩΗΝ!

Ή ΘΑ ΖΗΣΩ ΜΙΑΝ ΩΡΑΝ ΚΑΘΩΣ ΘΕΛΕΙΣ, ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, Ή ΑΣ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΩ ΕΙΣ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΖΩΗΝ!
(Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής)