π. Τ. Η.
Κάποιο Σάββατο, ὅπως μᾶς διηγήθηκε ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὁ Κύριος συνάντησε στὰ Ἱεροσόλυμα ἕναν ἐκ γενετῆς τυφλό. Σὲ ἐρώτησι τῶν Μαθητῶν Του γιὰ τὴν αἰτία τῆς τυφλώσεως αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἂν ἁμάρτη-σαν οἱ γονεῖς του ἢ αὐτός, ὁ Κύριος τοὺς ἀποκάλυψε ὅτι γεννήθηκε ἔτσι, γιὰ νὰ φανερωθῇ ἡ παντοδυναμία καὶ ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Κατόπιν ἔφτυσε κάτω, ἔκανε λίγο πηλό, κι ἀφοῦ τὸν ἄλειψε στὶς ἄδεις κόγχες τοῦ τυ-φλοῦ, τοῦ εἶπε νὰ πάῃ καὶ νὰ πλυθῇ στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Πράγματι, ἐκεῖνος ὑπάκουσε· πῆγε ἔως ἐ-κεῖ καὶ μόλις πλύθηκε, δημιουργήθηκαν οἱ ὀφθαλμοὶ ποὺ ἔλειπαν καὶ ἄρχισε νὰ βλέπῃ κανονικά.
Θὰ περίμενε κανείς, αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ θεραπεία τοῦ πρὶν ἀπὸ λίγο τυφλοῦ, νὰ ὁδηγήσῃ ὅσους τὸν ἔβλεπαν τώ-ρα θεραπευμένο, νὰ δοξάσουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν στὸ πρόσωπου τοῦ Ἰησοῦ τὸν ἀναμενόμενο ἀπὸ αἰῶνες Μεσσία. Κυρίως, μάλιστα, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ πράξουν οἱ θρησκευτικοὶ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. Αὐτοί, ὅμως, ἀντὶ νὰ δοξάσουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Κύριο, ποὺ χάρισε τὸ φῶς σ’ ἕναν ταλαίπωρο ἄνθρωπο ποὺ ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς γεννήσεώς του δὲν εἶδε ποτὲ τὸ φῶς τοῦ ἡλί-ου, καὶ ἦταν ἀναγκασμένος ἀπὸ μικρός, νὰ ζητιανεύῃ γιὰ νὰ ζήσῃ, γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἀμφισβητοῦν τὸ θαῦμα καὶ ἀρνοῦνται πεισματικὰ νὰ τὸ πιστέψουν.
