ΚΗΡΥΓΜΑ
Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰω. 4,5 – 42)
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης
«Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει»
(Ἰω. 4,27)
Ο
Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα πηγαίνει πρὸς
βορρᾶν. Εἶνε Μάιος, ὁ ἥλιος καίει, ἀλλὰ μὲ τὴ συνοδεία τῶν μαθητῶν
του βαδίζει. Ἄρχοντες τοῦ λαοῦ καὶ ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, θαυμάστε
τὴν ἁπλότητά του. Δὲν ἔχει ἅμαξα μὲ ἄλογα. Αὐτός, ποὺ εἶπε «Αἱ
ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ
υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20. Λουκ.
9,58), πεζοπορεῖ σὰν ὁ πιὸ φτωχὸς τῶν ἀνθρώπων, διανύει δεκάδες
χιλιόμετρα.
Διασχίζει τὴν Ἰουδαία καὶ μπαίνει στὴ Σαμάρεια. Ἀπὸ μακριὰ
φαίνεται ἡ πόλι Συχάρ. Ἐκεῖ ἀπ᾽ ἔξω, σ᾽ ἕνα πηγάδι, τὸ ἱστορικὸ φρέαρ
τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, σταθμεύει. Γιατί; γιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ ἁπλῶς; Μὰ
μποροῦσε νὰ σταθμεύσῃ καὶ ἀλλοῦ. Τίποτα δὲν εἶνε τυχαῖο καὶ ἄσκοπο.
Σταματᾷ γιατὶ ὑπάρχει λόγος· ἐδῶ ὁ Θεῖος Ἁλιεὺς θὰ ῥίξῃ τὰ δίχτυα του
καὶ θ᾿ ἀνασύρῃ ἀπὸ τὸ βόρβορο ἕνα διαμάντι,