π. Τ. Η.
Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων (1,3), ὁ Κύριος, μετὰ ἀπὸ τὴν ἔνδοξο Ἀνάστασί του, ἐπὶ σαρά-ντα ἡμέρες φανερώθηκε πολλὲς φορὲς στοὺς μαθητές Του. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτό, διότι οἱ μέχρι τότε φοβισμένοι καὶ δύσπιστοι μαθητές, ἔπρεπε νὰ βεβαιωθοῦν ἀπολύτως, ὅτι δὲν ἔβλεπαν κάποιο φάντασμα, ἀλλὰ εἶχαν μπρο-στά τους τὸν ἀγαπημένο τους Διδάσκαλο καὶ Κύριο Ἰησοῦ, ἀναστημένο ἐκ τῶν νεκρῶν. Κι ἔτσι, ἀποκτῶντας ὁ καθένας τους προσωπικὴ ἐμπειρία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, νὰ σταθεροποιηθοῦν στὴν πίστι καὶ μὴν ἔχουν τὴν πα-ραμικρὴ ἀμφιβολία, ὅτι ἀναστήθηκε πραγματικά.
Ἐπίσης, ὅσο βρισκόταν μαζί τους, τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὴ μέλλουσα Βασιλεία Του, ποὺ θὰ εἶναι ἀκατάλυτη καὶ δὲ θὰ ἔχῃ τέλος καὶ τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, γιατὶ σὲ λίγες ἡμέρες θὰ δεχό-ταν τὴν ἐπαγγελία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ φωτισθοῦν καὶ ἔτσι νὰ μπορέσουν, νὰ ξεκινήσουν τὴν ἀποστο-λή τους καὶ νὰ κηρύξουν τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου στὰ ἔθνη.
