π. Τ. Η.
Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων (1,3), ὁ Κύριος, μετὰ ἀπὸ τὴν ἔνδοξο Ἀνάστασί του, ἐπὶ σαρά-ντα ἡμέρες φανερώθηκε πολλὲς φορὲς στοὺς μαθητές Του. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτό, διότι οἱ μέχρι τότε φοβισμένοι καὶ δύσπιστοι μαθητές, ἔπρεπε νὰ βεβαιωθοῦν ἀπολύτως, ὅτι δὲν ἔβλεπαν κάποιο φάντασμα, ἀλλὰ εἶχαν μπρο-στά τους τὸν ἀγαπημένο τους Διδάσκαλο καὶ Κύριο Ἰησοῦ, ἀναστημένο ἐκ τῶν νεκρῶν. Κι ἔτσι, ἀποκτῶντας ὁ καθένας τους προσωπικὴ ἐμπειρία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, νὰ σταθεροποιηθοῦν στὴν πίστι καὶ μὴν ἔχουν τὴν πα-ραμικρὴ ἀμφιβολία, ὅτι ἀναστήθηκε πραγματικά.
Ἐπίσης, ὅσο βρισκόταν μαζί τους, τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὴ μέλλουσα Βασιλεία Του, ποὺ θὰ εἶναι ἀκατάλυτη καὶ δὲ θὰ ἔχῃ τέλος καὶ τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, γιατὶ σὲ λίγες ἡμέρες θὰ δεχό-ταν τὴν ἐπαγγελία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ φωτισθοῦν καὶ ἔτσι νὰ μπορέσουν, νὰ ξεκινήσουν τὴν ἀποστο-λή τους καὶ νὰ κηρύξουν τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου στὰ ἔθνη.
Τὴν τεσσαρακοστή, λοιπόν, ἡμέρα τοὺς ὁδήγησε στὴ Βηθανία στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, καὶ καθὼς τοὺς εὐλογοῦ-σε, μία νεφέλη Τὸν σήκωσε μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα βλέμματά τους ἀπ’τὴ γῆ καὶ Τὸν ἀνέβαζε στὸν οὐρανό, μέ-χρι ποὺ τὸν ἔχασαν ἀπὸ τὰ μάτια τους. Τότε παρουσιάσθηκαν στοὺς Μαθητὲς δύο ἄγγελοι μὲ μορφὴ ἀνδρῶν καὶ τοὺς εἶπαν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ποὺ μὲ κατάπληξι Τὸν βλέπετε νὰ ἀναλαμβάνεται στὸν οὐρανό, θὰ ξανάρθῃ κά-ποτε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, δηλαδή, μὲ τὴ σάρκα Του, ὡς Θεάνθρωπος Κύριος, ἐννοῶντας τὴν Δευτέρα ἔνδοξο Πα-ρουσία Του. Μετὰ ἀπ’αὐτὸ τὸ γεγονὸς οἱ μαθητὲς προσκύνησαν Τὸν Κύριο καὶ ἐπέστρεψαν στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ χαρὰ μεγάλη ὑμνολογῶντας καὶ δοξολογῶντας τὸν Θεό.
Ἀναμφιβόλως, ἡ Ἀνάληψις τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὸ θριαμβευτικό τέλος τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας καὶ τοῦ ἀπολυ-τρωτικοῦ ἔργου Του. Μὲ τὴν Ἀνάληψι διαλύθηκε ἡ παλιὰ ἔχθρα καὶ πραγματοποιήθηκε ἡ συμφιλίωσι τοῦ Θε-οῦ μὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Κι αὐτὴ ἡ ἔχθρα ὑπῆρχε ἕως τώρα, ὄχι ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μισοῦσε καὶ ἀποστρεφόταν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ἔδειχνε ἀδιαφορία καὶ ἀχαριστία ἀπέναντι στὸν Θεό. Ἡ συμφιλίωσι, λοιπόν, δὲν ὀφείλεται σὲ δικά μας κατορθώματα, γιατὶ καθόλου δὲν ἀλλάξαμε στάσι καὶ συμπεριφορὰ ἀπένατί Του, ἀλλὰ ὀφείλεται στὴ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ ἐμᾶς, ποὺ ἔφτασε μέχρι τὴ σταυρικὴ θυσία.
Κι ἐνῶ ὁ Κύριος, ὡς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς τέλειος δηλαδή, Θεός, εἶναι πάντα ἑνωμένος μὲ τὰ ἄλλα δύο Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα ὡς Θεάνθρωπος, ἔχοντας πάρη καὶ τὴ δι-κή μας ἀνθρώπινη φύσι, τήν ὁποία ἕνωσε μὲ τὴ θεία του φύσι ἀχωρίστως, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως καὶ ἀδιαιρέτως κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δὲν ἀφήνει τὸ ἀνθρώπινο σῶμα Του, ἀλλὰ μὲ τὴν Ἀνάλη-ψί Του, τὸ ἀνεβάζει καί τὸ τοποθετεῖ στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ ἐπουρανίου Θεοῦ Πατρός.
Κατ’αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀπεκατέστησε τὸν εὐτελῆ καὶ ξεπεσμένο, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, ἄνθρωπο κι ἄνοιξε τὸ δρό-μο καὶ γιὰ τὴ δική μας θέωσι. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέει πώς «ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνῃ ὁ ἄνθρω-πος θεός». Ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ, γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐμεῖς νὰ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανό! Αὐτὸ ἀκριβῶς ἑορ-τάζουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως!
Ἄλλωστε καὶ ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας μας αὐτὸς εἶναι. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔπλασε γιὰ τὰ ἐπίγεια καὶ μάταια, ἀλ-λὰ γιὰ νὰ μένουμε, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς Αὐτόν, μαζί Του. Τὸ ἐγωιστικὸ θέλημά μας ἦταν αὐτὸ ποὺ μᾶς χώρισε βι-αίως ἀπὸ τὸν Θεό. Μὲ σκοτισμένο, πλέον, τὸν νοῦ μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νομίζουμε πῶς προορισμὸς μας εἶναι ἡ γῆ κι ἔτσι ἀσχολούμαστε μὲ τὰ μικρά, φθαρτὰ καὶ ἀσήμαντα. Ἀληθινὴ καὶ μόνιμη πατρίδα μας, ὅμως, ἦταν καὶ εἶναι μόνο τὰ ἐπουράνια. Αὐτὰ καὶ μόνον αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπιθυμοῦμε, ὅπως μᾶς λέει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦ-λος: «Τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ θεοῦ καθήμενος, τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπί τῆς γῆς», (Κολ.3,1-2).
Νὰ σκεφτόμαστε, συνεπῶς, τὰ οὐράνια πράγματα, δηλαδή, αὐτὰ ποὺ εἶναι πνευματικὰ καὶ θεῖα. Νὰ τὰ ἔχουμε συνεχῶς μπροστὰ στὰ μάτια μας καὶ αὐτὰ νὰ ἐπιδιώκουμε νὰ ἀποκτήσουμε. «Ἂν δὲν φρονῇς τὰ ἄνω, δὲν θὰ ἀνεβῇς ψηλά. Ὅμως ἂν δὲν ἀνεβῇς ψηλά, ὅπου ὁ Χριστὸς βρίσκεται καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ἀνα-λογίσου, χοϊκὲ ἄνθρωπε, τί θὰ ἀπογίνῃς, ὅταν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρέλθουν καὶ δὲν ἀπομείνῃ τίποτα ἐ-κτὸς ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κόλασι! Δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς σωτηρίας παρὰ νὰ κρατηθῇς, μὲ ὅλη σου τὴ δύναμι, ἀπὸ τὰ οὐράνια πράγματα. Πρέπει νὰ μάθῃς «νὰ φρονῇς τὰ ἄνω καὶ ὄχι τὰ πράγ-ματα τὰ ἐπί τῆς γῆς», μᾶς λέει ὁ ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας.
Ἄραγε, πόσο συχνὰ σκεπτόμαστε, ὅτι: «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦ-μεν» (Ἑβρ.13,14), ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος; Ὅτι ἐδῶ εἴμαστε ἐξόριστοι καὶ περαστικοὶ καὶ κάποια στιγ-μὴ θέλουμε δὲ θέλουμε, θὰ ἐγκαταλείψουμε τὸν μάταιο αὐτὸ κόσμο;
Ἔχουμε κάνη, λοιπόν, τὶς ἀπαραίτητες ἐτοιμασίες, ὥστε νὰ γίνουμε πολίτες τῆς Οὐρανίου Βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Ἢ μήπως ἔχουμε παρασυρθῆ κι ἐμεῖς, ὅπως οἱ περισσότεροι, ἀπὸ τὸ κοσμικὸ πνεῦμα καὶ φροντίζουμε μόνο γιὰ τὸ πῶς θὰ ἐξασφαλίσουμε μία ἄνετη διαβίωσι ἐδῶ στὴ γῆ; Μήπως κοπιάζουμε καὶ ἀσχολούμαστε κι ἐμεῖς μόνο γιὰ τὸν πῶς θὰ ἀναπαύσουμε τὸ σῶμα μας καὶ πῶς θὰ τοῦ ἐξασφαλίσουμε τὶς κάθε εἴδους ἡδονές;
Λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, γιὰ τὴν Ἀνάληψι τὰ ἑξῆς: «Ὅλος ὁ σκοπὸς τῆς θείας Οἰκονομίας ἦταν νὰ μᾶς ἀνεβάσῃ στὸν Οὐρανό. Διότι ἐκεὶ εἶναι ἡ ἀληθινὴ σωτηρία μας, κι ἐκεῖ πρόκειται νὰ ἀπολαμβά-νουμε τὴν γλυκύτατη θεωρία τοῦ παμφιλτάτου Δεσπότου μας… Πρέπει ὅμως νὰ καταβάλουμε κόπο γιὰ νὰ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανό… Ἂν δὲν ἀπορρίψουμε κάθε φιληδονία, κάθε φιλοδοξία, κάθε φιλαργυρία καὶ γενικὰ κάθε προσκόλλησι τῆς παρούσης ζωῆς, δὲ μπορούμε νὰ ἀναληφθοῦμε στὸν οὐρανό. Ἐὰν ὅμως ἀ-γωνιζόμαστε νὰ τὰ ἀπορρίψουμε ὅλα αὐτά, ὁ Χριστὸς ποὺ βρίσκεται στὸν οὐρανὸ θὰ μᾶς ἑλκύσῃ κοντά Του μὲ τὴν παντοδύναμη Χάρι Του».
Ὁ Κύριος, μᾶς ὑποσχέθηκε, ὅτι: «Ὁ νικῶν», δηλαδή, αὐτὸς ποὺ θὰ ἀγωνιστῇ σ’αὐτὴν τὴ ζωὴ νὰ τηρήσῃ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἔτσι, νὰ νικήσῃ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες του, «δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ’ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγὼ ἐνίκησα καὶ ἐκάθισα μετὰ τοῦ Πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ», (Ἀποκ.3,21) θὰ τοῦ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ καθίσῃ μαζί Του στὸν ὁλόλαμπρον θρόνον Του, ὅπως καὶ ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος νίκησε τὸν πονηρὸ καὶ κάθισε μετὰ τὴν Ἀνάληψίν Του μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του στὸν ἔνδοξο θρόνο του.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπενθυμίσῃ ὅτι τὸ βλέμμα μας, ὁ νοῦς μας πρέπει νὰ εἶναι στραμμένα πρὸς τὸν οὐρανό, πρὸς τὴν αἰώνια καὶ μόνιμη πατρίδα μας. Αὐτὴν πρέπει νὰ ποθοῦμε, γιατὶ ἐκεῖ βρίσκεται ἀληθινὴ χαρὰ καὶ εἰρήνη· ἐκεῖ βρίσκεται ὁ θησαυρὸς τῆς καρδιᾶς μας ὁ Κύ-ριός μας ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, οἱ Ἄγγελοι καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι.
Ἂς μὴν ἀφήσουμε, λοιπόν, τὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, καθὼς καὶ τὶς ποικίλες ἀγωνιώδεις βιωτικὲς μέριμνες καὶ φρο-ντίδες, ποὺ πνίγουν τὴν ψυχή, νὰ μᾶς στερήσουν τὴν οὐράνια πατρίδα μας, ἀλλὰ ὅσο ἔχουμε ἀκόμα καιρό, ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ εἰσέλθουμε κι ἐμεῖς ἐκεῖ. ΑΜΗΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου