π. Τ. Η.
Ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, τὸν Κύριο, νὰ μᾶς διηγεῖται τὴν παραβολὴ τῶν βασιλικῶν γάμων. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μᾶς εἶπε, μοιάζει μὲ ἕναν βασιλέα, ὁ ὁποῖος προκειμένου νὰ κάνῃ τοὺς γά-μους τοῦ υἱοῦ του, ἔστειλε τοὺς δούλους του νὰ εἰδοποιήσουν τοὺς καλεσμένους, ἐκεῖνοι ὅμως ἀδιαφόρησαν.
Ὁ βασιλιᾶς ξανά’στειλε τοὺς δούλους, νὰ ἐπαναλάβουν τὴν πρόσκλησι, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς καλεσμένους ἄλλοι συ-νέχισαν νὰ ἀδιαφοροῦν ἀσχολούμενοι μὲ τὶς ἐργασίες τους, ἐνῶ ἄλλοι συνέλαβαν τοὺς δούλους, τοὺς κακοποί-ησαν καὶ τοὺς θανάτωσαν. Ἡ συμπεριφορά τους αὐτὴ ἐξόργισε τὸν βασιλιᾶ ποὺ διέταξε τὸ στρατό του νὰ ἐξο-λοθρεύσῃ τοὺς φονιᾶδες ἐκείνους καὶ νὰ κάψῃ τὴν πόλι τους. Κι ἐπειδὴ οἱ πρῶτοι καλεσμένοι φάνηκαν ἀνάξιοι τῆς προσκλήσεως καὶ τῆς τιμῆς ποὺ τοὺς ἔκανε, εἶπε στοὺς δούλους του νὰ πᾶνε στοὺς δρόμους καὶ νὰ καλέ-σουν ὅσους βροῦν, «πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς», πρᾶγμα ποὺ ἔκαναν κι ἔτσι γέμισε ἡ αἴθουσα τοῦ γάμου.
Κάποια στιγμὴ ποὺ ὁ βασιλιᾶς πέρασε νὰ δῇ τοὺς καλεσμένους, εἶδε καὶ ἕναν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε ἔνδυμα γάμου καὶ τοῦ λέει: «Φίλε, πῶς ἦρθες ἐδῶ χωρὶς κατάλληλο, γιὰ τὴν περίστασι, ἔνδυμα;». Αὐτὸς δὲν ἤξερε τὶ νὰ ἀπο-κριθῇ καὶ τότε ὁ βασιλιᾶς διέταξε τοὺς ὑπηρέτες νὰ τὸν δέσουν χειροπόδαρα καὶ νὰ τὸν ρίξουν ἔξω στὸ σκοτά-δι ὅπου εἶναι τὸ κλάμα καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν». Καὶ τελειώνει ὁ Κύριος, λέγοντας, ὅτι «Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί», πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί.
Μεγάλα καὶ συγκλονιστικά, ὅπως καταλαβαίνουμε, τὰ μηνύματα τῆς παραβολῆς! Ὁ Βασιλέας εἶναι ὁ Θεὸς Πατήρ, καὶ Υἱὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ γάμος συμβολίζει τὴν ἔνωσι τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησία μέσα στὴν ὁποία σωζόμαστε καὶ ἀποκτᾶμε ἔτσι αἰώνια χαρὰ καὶ κοινωνία μαζί μὲ τὸν Χριστό. Τὸ βασιλικὸ γεῦμα συμβολίζει τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, μὲ τὸ ὁποῖο μεταλαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χρι-στοῦ. Δοῦλοι εἶναι οἱ Προφῆτες καὶ πρῶτοι καλεσμένοι εἶναι ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, ποὺ ἀρνήθηκε νὰ δεχθῇ τὶς προσκλήσεις τῶν Προφητῶν καὶ εἴτε τοὺς περιφρόνησε εἴτε τοὺς θανάτωσε. Ἡ καταστροφὴ τῆς πόλεως ἀ-ποτελεῖ προφητεία γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους τὸ 70 μ.Χ. Οἱ καλεσμένοι τῶν δρόμων εἶναι τὰ ἔθνη, ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα (καλοὶ καὶ κακοί), δείχνοντας ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνοιχτὴ σὲ ὅλους χωρὶς διακρίσεις.
Ἐνῶ ὅμως στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἴμαστε καλεσμένοι νὰ μετέχουμε ὅλοι, ὑπάρχει μία λεπτομέρεια τὴν ὁποία ἂν δὲν προσέξουμε, δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθουμε σὲ αὐτήν, ἀλλὰ θὰ πεταχτοῦμε στὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, ποὺ εἶναι ὁ ἀτελείωτος βασανισμὸς στὴν αἰωνία κόλασι καὶ ὁ παντοτινὸς χωρισμός μας ἀπ’τὸν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεό.
Εἶναι τὸ ἔνδυμα γάμου ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, δὲν εἶναι ὑλικό, ἀλλὰ πνευματικό· εἶναι ὁ λευ-κὸς χιτῶνας, ποὺ λαμβάνουμε μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, τὸν ὁποῖον καὶ ὀφείλουμε νὰ διατηροῦμε καθαρό, γιὰ νὰ φανοῦμε καὶ ἐμεῖς ἀντάξιοι τῆς κλήσεως τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μπορέσουμε νὰ πάρουμε μέρος στὸ βασιλικὸ τραπέ-ζι. Ἡ εἴσοδός μας, δηλαδή, στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ προϋποθέτει καὶ τὴ δική μας πνευματικὴ προσπάθεια καὶ ἐσωτερικὴ ἀλλαγή.
Δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ ἀνήκῃ κανεὶς «ὀνομαστικά» στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ λέῃ πὼς εἶναι Χριστιανός. Ἡ ἰδιότητα τοῦ Χριστιανοῦ δὲν εἶναι ἄνευ ὑποχρεώσεων, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται συνεχὴς προσωπικὴ πνευματικὴ προετοιμασία, γιατὶ ὅπως τὰ ροῦχα μας λερώνονται καὶ φθείρονται, ἔτσι καί ἡ στολὴ τῆς ψυχῆς λερώνεται ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅπως δὲν τολμᾶ κάποιος νὰ συμμετάσχῃ σὲ γάμο μὲ ἐνδύματα βρώμικα καὶ κουρελιασμένα, τὸ ἴδιο δὲν θὰ μπορῇ νὰ συμμετάσχῃ στὸ πανηγύρι τοῦ οὐρανοῦ χωρὶς τὴν ἀνάλογη καὶ καθαρὴ στολὴ τῆς ψυχῆς.
Γι’αὐτὸ καὶ ἡ ζωή μας, μετὰ τὴν εἴσοδό μας στὴν Ἐκκλησία, πρέπει νὰ εἶναι καθαρή. Νὰ μὴ μείνουμε ἁπλῶς κλητοί, ἀλλὰ νὰ γίνουμε καὶ ἐκλεκτοί. Νὰ μὴ μολύνουμε τὸν χιτῶνα τῆς ψυχῆς μὲ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ὅπως λέ-νε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, νὰ τὸν στολίσουμε μὲ σπλάγχνα οἰκτιρμῶν, μὲ χρηστότητα καὶ μὲ φιλαδελφία.
Νὰ ἔχουμε, δηλαδή, ἐνάρετο βίο. Ὅλες οἱ σκέψεις, οἱ ἐνέργειες καὶ οἱ πόθοι μας νὰ ἐμπνέονται καὶ νὰ κατευθύ-νονται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ διαγωγή μας ὅλη, γενικῶς, νὰ ρυθμίζεται ἀπὸ τὸν Θεό. Νὰ ὑπακοῦμε καὶ νὰ ἐπιτελοῦμε πάντοτε τὸ ἅγιο θέλημά Του. Νὰ ἀποφεύγουμε τὶς ἁμαρτίες καὶ νὰ ἐργαζόμαστε τὶς ἀρετές, γιὰ νὰ ἔχουμε, ἔτσι, πνευματικὴ καρποφορία.
Νὰ ἔχουμε βαθειὰ καὶ ἀκλόνητη πίστι στὸν Θεάνθρωπο Κύριό μας. Νὰ τοῦ ἐμπιστευόμαστε τὴ ζωή μας καὶ νὰ στηρίζουμε ὅλες τὶς ἐλπίδες σε Αὐτόν, ὑπομένοντας μὲ καρτερία κάθε δοκιμασία καὶ περιπέτεια τοῦ βίου μας, ἔχοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι μᾶς παρακολουθεῖ καὶ μᾶς προστατεύει καὶ πὼς ὅ,τι μᾶς συμβαίνει, καλὸ ἢ κακό, δὲ διαφεύγει τῆς προσοχῆς Του, ἀλλὰ τὸ ἐπιτρέπει μὲ γνώμονα πάντοτε τὴ σωτηρία μας.
Νὰ ἔχουμε, ἀκόμα, ἀγάπη πρὸς ὅλους φίλους καὶ ἐχθρούς, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Ἀγάπη εἰλικρινὴ χωρὶς ἰ-διοτέλεια καὶ συμφέρον. Ἀγάπη ποὺ ξέρει νὰ συγχωρῇ καὶ νὰ ξεπερνᾶ τὸ μίσος καὶ τὸν ἐγωισμό. Μία τέτοια ἀ-γάπη ἀποτελεῖ γνήσιο γνώρισμα τοῦ Χριστιανοῦ, καθὼς ψυχὴ χωρὶς ἀγάπη εἶναι γυμνή, χωρὶς ἔνδυμα γάμου.
Στὴν παραβολή, ὁ βασιλιᾶς ἐξετάζει τοὺς καλεσμένους καὶ διώχνει αὐτὸν ποὺ δὲν φοροῦσε τὸ κατάλληλο ἔν-δυμα, διότι ἀδιαφόρησε νὰ προετοιμαστεῖ καὶ ἔδειξε ἀσέβεια στὸν οἰκοδεσπότη. Δὲ θέλησε, δηλαδή, νὰ ἀπε-κδυθῇ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ἐνδυθῇ τὸ ἕνδυμα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς χάριτος. Δὲν θέλησε νὰ πλυθῇ μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ νὰ ἀπαλλαγῆ, ἔτσι, ἀπὸ τὰ κουρέλια τῆς ἁμαρτίας καὶ στὴ θέσι τους νὰ φορέσῃ «χιτῶνα φωτεινόν».
Γι’αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος, τελειώνει τὴν παραβολὴ μὲ τὴ φράσι: «Πολλοὶ γὰρ εἰσὶ κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί». Πολλοὶ ἄκουσαν τὴν πρόσκλησι τοῦ Θεοῦ, βαπτίσθηκαν Χριστιανοί, μπαίνοντας ἔτσι στὴν αἴθουσα τῶν γάμων τοῦ Νυμφίου, ἀλλὰ ὁ τρόπος ζωῆς τους δὲν διαφέρει σὲ τίποτα ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν δέχθηκαν τὴν πρόσκλησι, τοὺς μὴ βαπτισμένους Χριστιανοὺς δηλαδὴ καὶ ἀδιαφοροῦν ἀσχολούμενοι μὲ τὶς κοσμικές τους ὑποθέσεις καὶ δὲ δίνουν σημασία στὴν ἐτοιμασία αὐτὴ τῆς ψυχῆς τους, μὲ ἀποτέλεσμα στὸ τέλος νὰ χαθοῦν. Εἶναι ἀνοησία, νὰ νομίζῃ κανεὶς ὅτι μπορεῖ νὰ ζῇ ὅπως θέλει, κάνοντας ἁμαρτίες καὶ πράγματα, ποὺ ὁ Θεὸς δὲ θέλει καὶ ἔτσι μὲ γυμνὴ τὴν ψυχή του ἀπὸ τὴ θεία χάρι καὶ τὶς ἀρετές, νὰ δικαιοῦται νὰ εἰσέλθῃ στοὺς βασιλικοὺς γάμους.
Πρέπει νὰ καταλάβουμε, ὅτι γιὰ νὰ ἀνήκουμε στὸν Χριστὸ καὶ νὰ εἴμαστε δικοί Του, πρέπει νὰ ἔχουμε βίο κα-θαρό, νὰ ἔχουμε «ἔνδυμα γάμου» καὶ ὄχι ρυπαρὰ ἐνδύματα, διαφορετικὰ θὰ καταλήξουμε στὸ «σκότος τὸ ἐξώ-τερον», δηλαδή, στὴν κόλασι ὅπου εἶναι «ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὁδόντων» καὶ τότε, ἀλλοίμονό μας.
Γι’αὐτό, ἂν θέλουμε νὰ μὴ χωριστοῦμε ἀπὸ τὸν Χριστὸ, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε πάντοτε μαζί Του, καὶ στὸν παρόντα καὶ στὸν μέλλοντα αἰῶνα, ἂς ἀποβάλλουμε ὅσο εἶναι καιρὸς τὰ πονηρὰ ἔργα μας καὶ ἂς φροντίσουμε νὰ πλύ-νουμε μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας μέσῳ τοῦ Μυστηρίου τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ὥστε νὰ γίνῃ «ἔνδυμα γάμου» κατάλληλο γιὰ τὸν θεῖο νυμφῶνα. ΑΜΗΝ!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου