
π. Τ. Η.
Ἀκούσαμε στὸ
σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, τὸν Κύριο, νὰ μᾶς
διηγεῖται τὴν παραβολὴ τῶν βασιλικῶν γάμων. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μᾶς εἶπε, μοιάζει μὲ ἕναν βασιλέα, ὁ ὁποῖος προκειμένου νὰ κάνῃ τοὺς γά-μους τοῦ υἱοῦ του, ἔστειλε τοὺς δούλους του νὰ εἰδοποιήσουν τοὺς καλεσμένους, ἐκεῖνοι ὅμως ἀδιαφόρησαν.
Ὁ βασιλιᾶς ξανά’στειλε τοὺς δούλους, νὰ ἐπαναλάβουν τὴν πρόσκλησι, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς καλεσμένους ἄλλοι συ-νέχισαν νὰ
ἀδιαφοροῦν ἀσχολούμενοι μὲ
τὶς ἐργασίες τους, ἐνῶ ἄλλοι συνέλαβαν τοὺς δούλους, τοὺς κακοποί-ησαν καὶ
τοὺς θανάτωσαν. Ἡ συμπεριφορά τους αὐτὴ ἐξόργισε τὸν βασιλιᾶ ποὺ διέταξε τὸ
στρατό του νὰ
ἐξο-λοθρεύσῃ τοὺς φονιᾶδες ἐκείνους καὶ νὰ κάψῃ τὴν πόλι τους. Κι ἐπειδὴ οἱ πρῶτοι καλεσμένοι φάνηκαν ἀνάξιοι τῆς προσκλήσεως καὶ τῆς τιμῆς ποὺ τοὺς ἔκανε, εἶπε στοὺς δούλους του νὰ πᾶνε στοὺς δρόμους καὶ νὰ καλέ-σουν ὅσους βροῦν, «πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς», πρᾶγμα ποὺ ἔκαναν κι ἔτσι γέμισε ἡ αἴθουσα τοῦ γάμου.
Κάποια στιγμὴ ποὺ ὁ βασιλιᾶς πέρασε νὰ δῇ τοὺς καλεσμένους, εἶδε καὶ ἕναν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε ἔνδυμα γάμου καὶ τοῦ λέει: «Φίλε, πῶς ἦρθες ἐδῶ χωρὶς κατάλληλο, γιὰ τὴν περίστασι, ἔνδυμα;». Αὐτὸς δὲν ἤξερε τὶ νὰ ἀπο-κριθῇ καὶ τότε ὁ βασιλιᾶς διέταξε τοὺς ὑπηρέτες νὰ τὸν δέσουν χειροπόδαρα καὶ νὰ τὸν ρίξουν ἔξω στὸ σκοτά-δι ὅπου εἶναι τὸ κλάμα καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν». Καὶ τελειώνει ὁ Κύριος, λέγοντας, ὅτι «Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί», πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί.