π. Τ. Η.
Β΄
Καθὼς προχωροῦμε γοργὰ στὸν δρόμο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, καλούμαστε νὰ συνεχίσουμε τὸν πνευματικό μας ἀγῶνα μὲ ἀμείωτη διάθεσι ὡς τὸ τέρμα, παραμερίζοντας τὰ διάφορα ἐμπόδια ποὺ μᾶς βάζῃ ὁ πονηρός, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃ νὰ λοξοδρομήσουμε καὶ νὰ χαθοῦμε σὲ ἄλλα ἐπικίνδυνα μονοπάτια, ποὺ ὁδηγοῦν στὸν θάνατο τῆς ψυχῆς μας, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν παντοτινὸ χωρισμό της ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἕνα ἀπ’αὐτὰ τὰ ἐμπόδια, ποὺ τὸ συναντᾶμε ὅλοι καθ’ὅλο τὸ μῆκος τῆς ἀγωνιστικῆς μας πορείας εἶναι ὁ πειρα-σμὸς τῆς ἀνέσεως. Στὴν ὀρθόδοξη πνευματικὴ ζωὴ ἡ ἀποφυγὴ κόπου καὶ ἡ ἐπιδίωξις τῆς ἀνέσεως, τῆς καλοπε-ράσεως, γενικῶς, θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους κινδύνους γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ πιστοῦ. Ἀντιθέτως, ἡ ὀρθόδοξη παράδοσι, γιὰ μιὰ σωστὴ πνευματικὴ ζωή, προβάλλει τὸν διαρκὴ ἀγῶνα, τὴν κατὰ Θεὸ ἄθλησιν καὶ ὄχι μία κατάστασι ἀπραξίας καὶ ὀκνηρίας.
Ὁ Κύριος, μᾶς προειδοποίησε ὅτι, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πρέπει πρῶτα νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴ στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς κακοπαθείας. Συνεπῶς, ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ πρέπει νὰ εἶναι μία διαρκὴς προσπάθεια καθαγιασμοῦ τῆς ὑπάρξεώς του. Κι αὐτὸ σημαίνει, καταπολέμησι καὶ ἀποκο-πὴ τῶν παθῶν, τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν ποὺ τὸν κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Κι ἐπειδὴ ἡ προσπά-θεια αὐτὴ δὲν εἶναι εὔκολη, ὁ κάθε πιστὸς ποὺ ἀγωνίζεται, χρειάζεται νὰ βρίσκεται σὲ συνεχὴ ἐτοιμότητα, κα-ταβάλλοντας σκληροὺς σωματικοὺς καὶ πνευματικοὺς κόπους.
Ὀφείλει, δηλαδή, ὁ ἀγωνιστὴς Χριστιανὸς νὰ γυμνάζῃ τὸ σῶμα του καὶ νὰ τὸ συνηθίζῃ σὲ σκληραγωγίες, ὅπως γιὰ παράδειγμα, στοὺς κόπους τῆς νηστείας καὶ τῆς ἀγρυπνίας. Παραλλήλως ὅμως, πρέπει νὰ γυμνάζῃ καὶ τὸ πνεῦμα του καὶ νὰ ἔχῃ τὸ νοῦ του πάντοτε στὸ Θεὸ καὶ σὲ κάθε ἀγαθὸ ἔργο ἀρετῆς, ἀπομακρὺνοντας ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ πονηροὺς λογισμούς. Τὴ δύσκολη αὐτὴ προσπάθεια τοῦ πιστοῦ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησί-ας τὴν περιγράφουν μὲ τὴν ἑξῆς περιεκτικὴ φράσι: «Δῶσε αἷμα γιὰ νὰ λάβῃς πνεῦμα», κόπιασε, δηλαδή, σω-ματικά, γιὰ νὰ ὀφεληθῇς πνευματικά. Ἡ ἀποφυγή, λοιπόν, τῆς ἀνέσως, τοῦ βολέματός μας στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι βασικὴ προϋπόθεσις γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο, καθὼς καὶ γιὰ τὴ διατήρησι τῆς ἐγρηγόρσεως.
Καθημερινῶς, ὁ ἄνθρωπος ἐπιδιώκει νὰ ζῇ μὲ ἄνεσι. Ἐφευρίσκει ἐργαλεῖα καὶ μηχανήματα ποὺ θὰ κάνουν πιὸ εὔκολη καὶ ἄνετη τὴ ζωή του, ὥστε νὰ ἀπολαμβάνῃ μὲ μεγαλύτερη ἐλευθερία τὰ ὑλικὰ καὶ πολιτισμικὰ ἀγαθά. Αὐτὸ ἕως ἕνα σημεῖο εἶναι ἀνεκτό. Στὴν πνευματική, ὅμως, πορεία ἡ ἐπιζήτησι τῆς εὐκολίας καὶ τῆς ἀνέσεως μπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ στὴ λήθη τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ πνευματικὴ ἀναισθησία, στὴ νέκρωσι τῆς ψυχῆς.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀναζητᾶ διαρκῶς τὴν ἀνάπαυσι τοῦ σώματος καὶ ἀποφεύγει τὶε δυσκολίες, κινδυνεύει νὰ χά-σῃ τὴν πνευματική του ἐγρήγορσι καὶ νὰ καταστῇ «ἀναίσθητος» ἀπέναντι στὸ κακό, ἀκόμα κι ἂν τὸ ἀναγνωρί-ζῃ. Ἐπίσης, ὅταν ζῆ μὲ ἄνεσι, τείνει νὰ βασίζεται στὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι στὸν Θεό, ἐνῶ ἡ πνευματικὴ ζωὴ θέ-λει ταπείνωσι καὶ ἐξάρτησι ἀπὸ τὴ Θεία Χάρι. Ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀνέσεως, ἀκόμα, μετατρέπει τὴν ἐπίγεια ζωὴ σὲ στόχο καὶ προορισμό· ἐδῶ στὴ γῆ, δηλαδή, νὰ ἔχουμε ὅ,τι μᾶς διεκολύνει στὸ νὰ περνᾶμε εὐχάριστα καὶ ἄνετα.
Οἱ πολλὲς εὐκολίες αἰχμαλωτίζουν τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀποσποῦν τὸν νοῦ του ἀπὸ τὸν Θεό, δημιουργῶντας του τὴν αἴσθησι, ὅτι «ἀφοῦ περνᾶς καλά, ὅλα εἶναι καλά». Πνίγουν, ἔτσι, τὸν πνευματικὸ ζῆλο του καὶ τὸν ἐμποδί-ζουν ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴν πνευματικὴ ἐργασία καὶ προκοπή, ματαιώνοντας τὸν σκοπὸ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ἡ θέωσις καὶ ἡ αἰώνια ζωὴ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Κι αὐτὸ ὀφείλεται στὴν φιλαυτία μας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος: «Πρὸ πάντων τῶν παθῶν, ἡ φιλαυ-τία· πρὸ δὲ πασῶν τῶν ἀρετῶν, ἡ τῆς ἀναπαύσεως καταφρόνησις». Ὅλα τὰ πάθη, δηλαδή, προέρχονται ἀπὸ τὴν φιλαυτία, ἡ ὁποία μᾶς παροτρύνει νὰ μὴν κοπιάσουμε καὶ κουραστοῦμε, ἀλλὰ νὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, ἐνῶ ἡ περιφρόνησι τῆς ἀναπαύσεως γεννᾶ ὅλες τὶς ἀρετές.
Ἕνας ποὺ δὲν νοιάζεται γιὰ τὴν ἀνάπαυσι, εἶναι πρόθυμος νὰ κάνῃ ἄσκησι, νὰ κουραστῇ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ κάνῃ ὑπακοὴ καὶ νὰ ὑπομείνῃ τὶς ἀκούσιες θλίψεις γιὰ χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ ὁ φίλαυτος εἶναι ράθυμος, τεμπέλης στὰ πνευματικά. Ὅλο βρίσκει δικαιολογίες γιὰ νὰ μὴν κάνῃ τίποτε, οὔτε προσευχὴ, οὔτε νηστεία, τίποτε.
Ἡ ἄνεσις καὶ ἡ καλοπέρασις βλάπτουν τὴν ἀνθρώπινη φύσι περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο. Ὁδηγοῦν στὴν
πλήξι καὶ στὴν ἀνία. Μὲ τὸ νὰ ἀγαπᾶμε τὴν ἀνάπαυσι καὶ νὰ μὴν κάνουμε τίποτε πνευματικό, γινόμαστε οἱ Β2 χειρότεροι ἐχθροὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας.
«Ἡ ἀνάπαυσις καὶ ἡ ἀργία ἔχουν καταστροφικὰ ἀποτελέσματα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ μποροῦν νὰ βλάψουν κάποιον περισσότερο ἀπὸ τοὺς δαίμονες», συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος. Ὅσο δὲν σκληραγω-γεῖται καὶ δὲν κακοπαθεῖ κάποιος, τότε σιγὰ-σιγὰ ἀχρηστεύεται σωματικὰ καὶ διανοητικά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς ἔβαλε προκαταβολικῶς στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου τὸν κόπο σὰν ἕνα χαλινάρι, γιὰ νὰ τὸν συγκρατῇ καὶ νὰ τὸν προστατεύῃ ἀπὸ τὴν ἀχρήστευσί του.
Ὅταν ἡ Ἐκκλησία, κατὰ τοὺς τρεῖς πρῶτους αἰῶνες, διωκόταν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ὑπῆρχε στοὺς Χριστια-νοὺς μία ἐγρήγορσι, μία ἐτοιμότητα, μία θέρμη στὴν πνευματικὴ ζωή. Ἦταν ἔτοιμοι γιὰ κακοπάθεια καὶ γι’αὐ-τὸ ἀκόμη τὸ μαρτύριο. Ὅταν σταμάτησαν οἱ διωγμοὶ καὶ οἱ πιστοὶ μποροῦσαν ἐλεύθερα νὰ λατρεύουν τὸν ἀλη-θινὸ Θεό, ἐπῆλθε σταδιακὰ μία πνευματικὴ χαλαρότητα, γιατὶ ἄρχισαν νὰ ἀναζητοῦν τὴν ἄνεσι στὴν ζωή τους.
Ὅταν γινόταν πάλι κάποιος διωγμός, ἄρχιζαν πάλι νὰ ἐντείνουν τὸν ἀγῶνα. Ὅταν τελείωνε, πάλι ἔπεφταν στὴν χαλαρότητα οἱ περισσότεροι. Γι’αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει, ὅτι, ὅταν ἐπικρατῇ ἠρεμία: «Τότε ἔχουμε μεγαλύτερους διωγμούς». Λέει πάλι ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, ὅτι: «Ὅταν τὸ σῶμα ἀποδεχθῇ τὴν ἀνάπαυσι καὶ τὴν ἀργία, τότε ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τελειοποιεῖται σὲ κάθε κακία. Ἀκόμη κι ἂν κανεὶς ἐπιθυμεῖ ἔντονα τὸ καλό, ἡ ἀνάπαυσι καὶ ἡ ἀργία σιγὰ-σιγὰ τοῦ ἀφαιροῦν αὐτὴν τὴν διάθεσι», ὥσπου στὸ τέλος φθάνει νὰ μὴ θέ-λῃ καθόλου τὸ καλό.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος διδάσκει, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ ἀχρεῖο ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ περνᾶ ὅλη του τὴ ζωὴ μὲ ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις. Σὲ κάθε περίπτωσι, ἄνθρωπος ἀπροπόνητος καὶ ἀδοκίμαστος εἶναι ἀχρεῖος, ὄχι μόνο στὰ πνευματικὰ ζητήματα ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἀγῶνα.
Προσοχή, λοιπόν! Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ περιφρονῇ κανεὶς τὴν ἀνάπαυσι τοῦ σώματος καὶ νὰ ἀγαπάῃ καὶ νὰ ἐ-πιδιώκῃ τὸν κόπο καὶ τὶς δυσκολίες, διότι αὐτὰ ὁδηγοῦν στὴν τελείωσι τῶν ἐντολῶν, ἀποτελοῦν τὴν αἰτία τῆς ἀρετῆς καὶ θεραπεύουν τὰ πάθη. Κι ἂν δὲν μποροῦμε ἀμέσως νὰ κάνουμε πολλά, ἔστω καὶ λίγο κάτι νὰ κάνου-με καθημερινῶς. Λίγο προσευχή, λίγο μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἢ τῶν βίων τῶν ἁγίων, λίγο νηστεία κτλ, ἔτσι ὥστε νὰ ἀρχίσῃ ἡ ψυχὴ νὰ κοπιάζῃ πνευματικὰ καὶ νὰ μὴ μένῃ ράθυμη.
Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ἡ πνευματικὴ πρόοδος ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἄνεσι. Ἡ χριστι-ανικὴ ζωὴ ἀπαιτεῖ ἄρνησι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ σήκωμα τοῦ προσωπικοῦ μας σταυροῦ, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρὸν αὐτοῦ»(Μρ.8,34), μᾶς εἶπε ὁ Κύριος, πράγματα τελείως ἀντίθετα μὲ τὴν τάσι γιὰ ἄνε-σι καὶ καλοπέρασι.Ὅποιος πολεμᾶ τὴν καλοπέρασι καὶ τὴν ἀργία καὶ κοπιάζει πνευματικὰ μὲ νηστεία, προσευ-χή, ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, αὐτὸς δουλαγωγεῖ τὸ σῶμα καὶ γυμνάζει τὴν ψυχή του. Ἀρχίζει νὰ θεραπεύε-ται ἀπὸ τὰ πάθη του καὶ νὰ ἐργάζεται τὶς ἀρετὲς κι ἔτσι, νὰ κατορθώνῃ σιγὰ-σιγὰ τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» καὶ νὰ γί-νεται τέλειος ὡς πρὸς τὸν Θεό.
Εἴθε, μὲ τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, νὰ ἀποβάλλουμε κι ἐμεῖς τὴν ὅποια τάσι γιὰ ἄνεσι μᾶς διακατέχει καὶ μὲ προθυμία νὰ ἀγαπήσουμε τὸν κόπο τῆς εὐλογημένης ἀ-σκήσεως. ΑΜΗΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου