π. Τ. Η.
Πάρα πολλὲς φορὲς ὁ Κύριος, στὴν ἀπορία τῶν Φαρισαίων, γιατὶ νὰ δίνῃ τόση σημασία στοὺς ἁμαρτωλούς, τόνισε ὅτι γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ἦρθε, γιὰ νὰ καλέσῃ σὲ μετάνοια ὄχι τοὺς δικαίους, ἀλλὰ ὅλους ὅσους βρίσκονταν βυθισμένοι στὴν ἁμαρτία. Μάλιστα, ἐπεδίωκε τὴν συνάντησι μὲ τέτοιου «εἴδους» ἀνθρώπους, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἄλλαξαν κατόπιν στάση καὶ πέρασαν ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς ἁμαρτίας, στὸν χῶρο τῆς ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος. Γιὰ μιὰ τέτοια συνάντηση, τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο, ποὺ ἔγινε στὴν Ἱεριχώ, μᾶς μίλησε σήμερα ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.
Οἱ τελῶνες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀνελάμβαναν νὰ εἰσπράξουν οἱ ἴδιοι τοὺς φόρους ἀπὸ τὸ λαὸ καὶ νὰ τοὺς ἀποδώσουν στοὺς Ρωμαίους κατακτητὲς. Ὅμως δὲν ἔπαιρναν μόνο αὐτὸ ποὺ ἀναλογοῦσε στόν καθένα, ἀλλὰ μὲ παράνομους τρόπους, μὲ ἐκβιασμοὺς καὶ ἀπειλές, ἅρπαζαν στὴν κυριολεξία πολὺ περισσότερα. Ἔτσι πλούτιζαν εἰς βάρος τῶν φτωχῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους, ἂν δὲν εἶχαν νὰ πληρώσουν, πολλὲς φορὲς τοὺς ἔπαιρναν καὶ τὰ σπίτια, τὰ χωράφια, τὰ ζῶα τους ἤ τοὺς ἔριχναν στὴ φυλακή.
Ὁ φιλόσοφος Φίλων ἀναφέρει, ὅτι ὑπῆρξαν τελῶνες, οἱ ὁποῖοι ξέθαψαν κάποιους πολίτες ποὺ πέθαναν χωρὶς νὰ ξεπληρώσουν τοὺς φόρους καὶ τοὺς μαστίγωναν, γιὰ νὰ συγκινηθοῦν οἱ συγγενεῖς τους καὶ νὰ πληρώσουν ἐκεῖνοι τοὺς φόρους. Ὁ δέ φιλόσοφος Θεόκριτος ἔλεγε, ὅτι στὰ βουνὰ τὰ ἀγριότερα θηρία εἶναι οἱ ἀρκοῦδες καὶ τὰ λιοντάρια καὶ στὶς πόλεις οἱ συκοφάντες καὶ οἱ τελῶνες. Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς ἀπεχθάνονταν οἱ Ἰουδαῖοι, ἐνῶ στὴν συνείδησή τους, τὸ ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη ἦταν συνώνυμο τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ διεφθαρμένου ἀνθρώπου.
Ἕνας τέτοιος ἦταν καὶ ὁ Ζακχαῖος καὶ μάλιστα, ὄχι ἁπλὸς τελώνης, ἀλλὰ ἀρχιτελώνης, προϊστάμενος δηλαδή, μιᾶς φορολογικῆς ὑπηρεσίας, ποὺ κατέκλεβε τὸ λαό, καὶ φυσικά, πλούσιος· μόνο ποὺ τὰ πλούτη του αὐτὰ ἦταν προϊόν κλοπῆς, ἀδικίας καὶ καταπίεσης. Παρὰ ὅμως τὴν μεγάλη θέσή καὶ περιουσία ποὺ εἶχε, στὴν οὐσία δὲν ἦταν εὐτυχισμένος· ἡ ψυχή του ἦταν ἄδεια· κάτι βαθύτερο τοῦ ἔλειπε. Κάτι ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε νὰ διώξῃ τὸ βάρος ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεώς του, γιὰ τὶς ἀδικίες ποὺ διέπραττε ἀπὸ τὴ θέση τοῦ ἀρχιτελώνη.
Κι αὐτὸ ποὺ τοῦ ἔλειπε, ἦταν ὁ Θεός, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ἐπιφανειακὰ ἐπιτυχημένη καὶ εὐτυχισμένη ζωή του, δὲν εἶχε νόημα. Ἀναζητοῦσε ὅμως τὸν Θεό, γιατὶ κατὰ βάθος εἶχε ἀγαθὴ διάθεση καὶ ἔψαχνε νὰ βρῇ τρόπο νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόταν. Ἡ εὐκαιρία τοῦ δόθηκε μὲ τὴν διέλευση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ. Ἴσως εἶχε ἀκούσει καὶ παλαιότερα νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Πρὶν ἀπὸ λίγη ὥρα, ἀκόμα, ὁ Ἰησοῦς, εἶχε θεραπεύσει ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη ἕναν τυφλὸ ζητιάνο. Αὐτὸ θὰ μαθεύτηκε ἀστραπιαία καὶ ἀσφαλῶς θὰ τὸ πληροφορήθηκε καὶ ὁ Ζακχαῖος. Καταλαβαίνει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἁπλοῦ διδασκάλου, ἀλλὰ γιὰ κάποιον ξεχωριστό, ὁ ὁποῖος, πιστεύει, ὅτι θὰ μπορέσῃ νὰ τού δώσει λύση γιὰ ὅσα τὸν βασάνιζαν.
Γι’ αὐτὸ μόλις μαθαίνει πὼς ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στὴν πόλη, τρέχει γρήγορα γιὰ νὰ τὸν δῇ. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε ἤδη συγκεντρωθεῖ πλῆθος κόσμου καί αὐτός ἦταν κοντός στό ἀνάστημα, γιὰ νὰ καταφέρει νὰ Τὸν δεῖ, ἀνεβαίνει σὲ μία συκομουριά, χωρὶς νὰ λογαριάσει τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος, βλέποντας τὸν ἀρχιτελώνη τῆς πόλεως σκαρφαλωμένο σ’ ἕνα δέντρο.
Ἡ αὐθόρμητη αὐτὴ πράξη τοῦ Ζακχαίου, δὲν διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος διακρίνοντας τὴν ἀγαθή του διάθεσιη, τοῦ ζήτησε νὰ μείνει στὸ σπίτι του. Καὶ ὁ Ζακχαῖος φιλοτιμούμενος ἀπὸ τὴν μεγάλη αὐτὴ τιμή, ποὺ τοῦ κάνει ὁ Κύριος, ὄχι μόνο τὸν ὑποδέχθηκε «χαίρων», ἀλλὰ καὶ τὸ σημαντικότερο, μπροστὰ σὲ ὅλους καὶ παρὰ τὴν κοινωνική του θέση, ταπεινώνεται καὶ μὲ συντριβὴ καρδίας ἐξομολογεῖται καὶ ζητάει νὰ ἀποκαταστήσει ὅσους ἔβλαψε: «Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἰ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν».
Μὲ χαρά, λοιπόν, ὑποδέχτηκε τὸν Κύριο, στὸν οἶκο του. Μὲ χαρὰ ἐπανόρθωσε τὶς ἀδικίες ποὺ ἔκανε. Ὁ πρώην ἅρπαγας ἀρχίζει νὰ δίνει, ἐνῶ μέχρι τότε ἔπαιρνε. Ὁ πρώην ἄπληστος τώρα μοιράζει τὰ ὑπάρχοντά του, γιατί ἔχει ἀγάπη καὶ ἔτσι, γίνεται ἀληθινὰ πλούσιος καὶ γεμίζει ἀπὸ χαρά. Πράγματι, ὅταν πραγματοποιηθεῖ ἡ προσωπικὴ συνάντηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ μὲ τὸν Χριστό, καὶ γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος ποιὸς εἶναι ὁ Χριστός, τότε ἔρχεται ἡ γνήσια, ἡ μόνιμη χαρά, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀφαιρέσει κανείς· ἔρχεται ὁ φωτισμός, ἡ καλὴ ἀλλοίωσις τῆς ψυχῆς. Ὁ ἄνθρωπος τότε, βλέπει καὶ ἀξιολογεῖ τὰ πράγματα διαφορετικά. Δὲν στηρίζεται στὰ ἐφήμερα, στὰ φθαρτὰ καὶ στὰ μάταια τοῦ κόσμου τοῦτου.
Χαρά ὅμως γίνεται καὶ στὸν οὐρανό, ὅπως μᾶς διαβεβαίωσε ὁ Κύριος, (Λουκ.15,7) ὅπου χαίρουν οἱ Ἄγγελοι
«ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Καὶ ὁ Ζακχαῖος μετανόησε πραγματικὰ καὶ ἡ μετάνοια αὐτὴ ἔφερε τὴν λύτρωση στὴν ψυχή του.
Ἔψαχνε, λοιπόν, ἀναζητοῦσε ὁ Ζακχαῖος τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος, ἀναζητοῦσε τὸν Ζακχαῖο, ὅπως ὁ τσομπάνης τὸ χαμένο πρόβατο ποὺ ξέκοψε ἀπὸ τὸ κοπάδι· «ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός», μᾶς εἶπε. Γι’ αὐτὸ καὶ βρέθηκε στὴν Ἱεριχώ, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν τυφλὸ ζητιάνο καὶ τὸν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο. Περίμενε ὁ Κύριος τὴν συνάντηση αὐτή, γι’αὐτὸ καὶ τὸν φωνάζει μὲ τὸ ὄνομά του: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Τήν περίμενε καὶ ὁ Ζακχαῖος, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖ τὸν Ἰησοῦ, Κύριο καὶ ὄχι διδάσκαλο, ποὺ σημαίνει ὅτι τὸν ἀναγνωρίζει ὡς Θεό·
Ὁ Κύριος, πάντοτε ἔρχεται νὰ μᾶς ἀναζητήσει καὶ μᾶς καλεῖ ὅλους νὰ τοῦ ἀνοίξουμε τὸ σπίτι μας, τὴν καρδιά μας, δηλαδή, γιὰ νὰ μείνει. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως νὰ τρέχει μόνο ὁ Θεός πρὸς ἐμᾶς. Πρέπει νὰ τρέξουμε κι ἐμεῖς πρὸς Αὐτόν. Πρέπει νὰ τὸν ἀναζητήσουμε κι ἐμεῖς. Νὰ καταλάβουμε ἐπὶ τέλους, ὅπως ὁ Ζακχαῖος, ὅτι ὅλα ὅσα προσφέρει ὁ κόσμος εἶναι μάταια καὶ προσωρινὰ καὶ δὲν γεμίζουν τὴν ὕπαρξή μας. Μόνον ὁ Χριστὸς δίνει πραγματικὴ χαρὰ καὶ νόημα στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου.
Εὐκαιρία λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ αὐτὸ νὰ γίνει ἀφορμὴ μετανοίας καὶ σωτηρίας γιὰ τὸν καθένα μας. Πιὸ εὔκολα ἕνας ἁμαρτωλὸς κερδίζει τὸν παράδεισο ὅταν μετανοεῖ, ὅπως ὁ Ζακχαῖος, παρὰ ἕνας, φαινομενικά, δίκαιος ὁ ὁποῖος στηρίζεται μόνο στὶς ἀρετές του καὶ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἁμαρτία του. Γι’ αὐτό, ἄς μὴν ἀναβάλουμε. Ὁ Χριστὸς ἦρθε, γιὰ νὰ καλέσει «ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν», δηλαδή ὅλους ἐμᾶς, διότι κανείς μας δὲν εἶναι ἀναμάρτητος.
Ἂν κάνουμε ἕνα εἰλικρινὴ ἔλεγχο μέσα μας, τότε θὰ ἀνακαλύψουμε ὅτι κι ἐμεῖς ἀδικοῦμε, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο τοὺς συνανθρώπους μας· ὅταν κατακρίνουμε, συκοφαντοῦμε, φθονοῦμε, προσβάλλουμε, κατηγοροῦμε καὶ πικραίνουμε τοὺς ἄλλους· ὅταν τοὺς ἐξαπατοῦμε καὶ τοὺς ἐκμεταλλευόμαστε· ὅταν ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὶς ὑλικές, ἀλλὰ καὶ πνευματικὲς ἀνάγκες τους, κι ἕνα σωρὸ ἀκόμα τρόπους.
Ἄρα, ἀφοῦ λίγο ἢ πολὺ ἀδικοῦμε, πρέπει νὰ ἐνεργήσουμε ὅπως ὁ Ζακχαῖος. Νὰ μετανοήσουμε, δηλαδή, εἰλικρινῶς καὶ νὰ διορθώσουμε τὶς ὅποιες ἀδικίες κάναμε, ὥστε νὰ ἀκούσουμε καὶ ἐμεῖς τὸ «σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». Ὁ Ζακχαῖος, πίστεψε στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, μετανόησε καὶ ἀπὸ πλεονέκτης μεταβλήθηκε καὶ ἔγινε ἐλεήμονας καὶ δίκαιος· Ἔγινε ὑπόδειγμα μετανοίας. Μακάρι, ἀγαπητοί μου, ὅπως τὸν ἔχουμε μιμηθεῖ στὸν βίο τῆς ἁμαρτίας, νὰ τὸν μιμηθοῦμε καὶ στὸν βίο τῆς μετανοίας. ΑΜΗΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου