π. Τ. Η.
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς μεταφέρει στὴν ἀρχὴ τῆς δημοσίας δράσεως τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴ Βάπτισί Του στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ ἔπειτα καὶ ἀπὸ τὴν φυλάκισι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἐγκατα-στάθηκε στὴν πόλι Καπερναοὺμ τῆς Γαλιλαίας κοντὰ στὰ σύνορα τῶν φυλῶν Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ.
Κατ’αὐτὸν τὸν τρόπο, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία ποὺ εἶχε πῆ ὁ Ἡσαΐας γιὰ τὴν περιοχὴ αὐτή, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν», διότι ζοῦσαν ἐκεῖ ὄχι μόνον Ἑ-βραῖοι ἀλλὰ καὶ πολλοὶ εἰδωλολάτρες ποὺ δὲν πίστευαν στὸν ἀληθινὸ Θεό. Αὐτός, λοιπόν, «ὁ λαός, ποὺ ζοῦσε καθισμένος μέσα στὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, εἶδε νὰ ἀνατέλῃ ἕνα οὐράνιο φῶς», τὸ φῶς τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ζωῆς στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ φῶς εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χρι-στὸς εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ποὺ ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ διαλύσῃ τὸ φοβερό, νοητὸ σκότος τῆς ἁμαρ-τίας καὶ τοῦ φόβου τοῦ θανάτου.
Καὶ ἔρχεται ὁ Κύριος στὴν Καπερναούμ, τὴν ὁποία κατοικοῦσαν ἄνθρωποι διαφόρων ἐθνῶν, ἀντιλήψεων καὶ νοοτροπιῶν καὶ ξεκινάει ἀπὸ τὴν πολύβουη αὐτὴ πόλι τὸ κηρυκτικό Του ἔργο, γιὰ νὰ μᾶς δείξῃ, ὅτι ἡ ἀγάπη Του δὲν περιορίζεται μόνο στὰ στενὰ ὅρια τοῦ ἐκλεκτοῦ Του λαοῦ, τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ ἁπλώνεται σὲ κάθε κα-τεύθυνσι. Τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ ἀκουστῇ ἀδιακρίτως σὲ ὅλη τὴν γῆ, θὰ ἔχῃ, δηλαδή, πανανθρώ-πινη Οἰκουμενικὴ διάστασι. Γιὰ τὸν Χριστό, πλέον, στὸν περιούσιο λαό Του θὰ ἀνήκῃ κάθε ἄνθρωπος, ἀνε-ξαρτήτου φυλῆς, ποὺ θὰ δεχθῆ τὸ μήνυμά Του καὶ θὰ πιστεύσῃ στὸ Εὐαγγέλιο.
Ὅποιος ἀποδέχεται τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι τὸ Φῶς τὸ ἀληθινό, βγαίνει ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς πλάνης καὶ ἀ-νοίγει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του στὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Γίνεται κι αὐτὸς τέκνον φωτός. Γίνεται ἄνθρωπος τῆς χα-ρᾶς, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἐλπίδος. Κάθε πτυχὴ τῆς ζωῆς του, καταυγάζεται ἀπὸ τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτὸ τὸ Φῶς τὸ ἀκτινοβολεῖ καὶ στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ φωτίζονται κι ἐκεῖνοι καὶ νὰ ἀφήνουν τὴν σκοτεινὴ ζωὴ τῶν πα-θῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας.
Τό φῶς, λοιπόν, ποὺ εἶχε προφητέψη ὁ Ἡσαΐας ἔλαμψε. Ὁ Χριστός, ἦρθε καὶ καλούμαστε ὅλοι μας νὰ συναι-σθανθοῦμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ νὰ μετανοήσουμε γιὰ τὰ προσωπικά μας ἁμαρτήματα, τὰ ὁποία μᾶς ἀ-πομακρύνουν ἀπὸ τὸ θεῖο θέλημα καὶ τὴν σωτηρία. Βασικὴ ὅμως προϋπόθεσι γιὰ νὰ συμβῇ αὐτό, εἶναι νὰ μὴν κλείνῃ ὁ ἄνθρωπος τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του σὲ αὐτὸ τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Γι’αὐτό, ἐνῶ μὲ τὴν ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο θὰ νόμιζε κανείς, ὅτι θὰ τελείωνε ἐπιτέλους τὸ δρᾶμα τῆς ἀνθρωπότητος, ἐν τούτοις, παρατηρεῖται πολὺ συχνὰ νὰ συμβαίνῃ τὸ ἑξῆς περίεργο φαινόμενο· οἱ ἄνθρωποι νὰ προτιμοῦν νὰ ζοῦν στὸ σκοτάδι καὶ νὰ ἀρνοῦνται πεισματικὰ νὰ δοῦν καὶ νὰ φωτιστοῦν ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ Φῶς.
Τὴν τραγικὴ αὐτὴ διαπίστωσι τὴν ἐπισημαίνει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης (3,19): «Τὸ φῶς», παρατηρεῖ, «ἐλήλυ-θεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἤ τὸ φῶς». Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀ-γαποῦν περισσότερο τὸ σκοτάδι; «Ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα». Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζῆ στὴν παρανομία καὶ στὴν δολιότητα, ποὺ θέλει νὰ ἐξαπατῇ καὶ νὰ θησαυρίζῃ μὲ ἀδικίες εἰς βάρος τῶν ἄλλων, ὁ ἄνθρωπος ποὺ φλέ-γεται ἀπὸ ἄνομα πάθη, εἶναι ἑπόμενο νὰ βολεύεται στὸ σκοτάδι καὶ νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἔρθῃ πρὸς τὸ φῶς, διότι τὸ φῶς θὰ ἀποκαλύψῃ τὶς φαυλότητές του καὶ συνεπῶς, θὰ ἐλεγχθῇ, ἢ καὶ θὰ τιμωρηθῇ γιὰ τὰ πονηρὰ ἔργα του.
«Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ», μᾶς λέει πάλι ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης (3,20). Ὁ καθένας, ποὺ ἐπιμένει ἀμετανοήτως νὰ πράττῃ ἔργα πονηρὰ καὶ κακά, ἀντιπαθεῖ καὶ ἀποστρέφεται τὸ φῶς καὶ φεύγει μακρυά του, γιὰ νὰ μὴ γίνῃ φανερὴ ἡ ἀσχημία τῶν πράξεών του καὶ προκαλέσῃ ἔτσι, τὴν ἀποδοκιμασία καὶ τὴν κατακραυγή τῶν ἄλλων.
Γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ζοῦν κάνοντας ὅ,τι τοὺς ἀρέσει, χωρὶς νὰ δίνουν λόγο σὲ κανέναν καὶ ἐξαφανίζοντας τὰ ἴ-χνη τους στὸ σκοτάδι, ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ περί ἀγάπης, τιμιότητος, εἰρήνης, ἀληθείας, καὶ ἁγιότητος εἶναι ἐπικίνδυνη. Γι’αὐτὸ καὶ ἀποφεύγουν τὸ φῶς!
Καὶ ὄχι μόνο δὲν πλησιάζουν στὸ φῶς, ἀλλὰ γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν, τὸ πολεμοῦν ἀπο πάνω καὶ τὸ παρουσιά-ζουν ὡς σκότος. Τὶ λένε ὅσοι θέλουν νὰ ἁμαρτάνουν ἀσύστολα κάνοντας κάθε ἀνηθικότητα καὶ διαστροφή; Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ἀναχρονιστικό, μᾶς καταπιέζει, μᾶς στερεῖ τὴν ἐλευθερία μας κι ἕνα σωρὸ τέτοιες ἀνοησίες.
Τί φοβερὸ πρᾶγμα, ἀλήθεια, ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιλέγῃ πεισματικὰ νὰ ζῇ μακριὰ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τυλιγ-
μένος στὰ πηχτὰ σκοτάδια τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας. Γι’αὐτὸν ἰσχύει, αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάν-νης: ὁ «περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει», δὲν γνωρίζει ποὺ πηγαίνει. Ἀκολουθεῖ σὰν ὑπνωτι-σμένος τὸν κατηφορικὸ δρόμο ποὺ τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του.
Πόσο διαφορετικὴ ὅμως εἶναι ἡ κατάστασι, ὅταν ἡ ψυχὴ ἀνοίξῃ τὰ μάτια της στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ δε-χθῇ. Τότε ξυπνάει ἀπὸ τὸν ἐπικίνδυνο πνευματικὸ λήθαργό της καὶ ἀρχίζει νὰ ἀντιλαμβάνεται, ὅτι τόσο καιρὸ φοροῦσε ἕνα σφιχτοδεμένο τυφλοπάνι, ποὺ τὴν ἐμπόδιζε νὰ δῇ τὸν Θεό. Τόσο καιρὸ τὸν εἶχε ἀντικαταστήση μὲ ποικίλα εἴδωλα, μὲ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, μὲ τὶς ἐφάμαρτες ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις, μὲ πρόσωπα καὶ καταστάσεις.
Ἐνῶ τώρα μὲ τὸ ζωογόνο φῶς τοῦ Χριστοῦ, διαλύεται ἡ ὀμίχλη τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυ-χὴ φωτίζεται καὶ βλέπει καθαρὰ ποιός εἶναι ὁ πραγματικὸς προορισμός της· νὰ γίνῃ κατὰ χάριν θεὸς καὶ νὰ εἰ-σέλθῃ στὴν Οὐράνια Βασιλεία. Ἔτσι, ἐκεῖ ποὺ πρῶτα ἦταν βουτηγμένη στὶς ἁμαρτίες, τώρα ἀρχίζει μετανοη-μένη νὰ ἐργάζεται τὶς θεῖες ἀρετές. Κατὰ τὸν τρόπο αὐτὸ περιορίζονται καὶ κόβονται τελείως τὰ πάθη καὶ δια-λύεται ἡ φοβερή «σκιὰ τοῦ θανάτου» ποὺ ἁπλώνει στὶς καρδιὲς ἡ ἁμαρτία.
Ὅσοι ἄνοιξαν διάπλατα τὴν καρδιά τους στὸν Χριστὸ καὶ Τὸν δέχτηκαν μὲ ταπείνωσι καὶ ἐμπιστοσύνη, εἶδαν τὴ ζωή τους, νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο φῶς τῆς εἰρήνης, τῆς ἐλπίδος, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς χαρᾶς. Ἔγιναν ἄνθρωποι φωτεινοὶ καὶ ἀκτινοβολοῦσαν αὐτὸ τὸ φῶς καὶ στοὺς συνανθρώπους τους.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ Κύριος μας εἶπε: «Ἐγὼ εἰμί τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μὴ περιπα-τήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς». Ἰω.(8,12). Τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἦλθε στὴ γῆ, παντοῦ κυριαρχοῦσε τὸ πνευματικὸ καὶ ἠθικὸ σκοτάδι. Τὸ ἴδιο σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἁμαρτί-ας παρατηροῦμε νὰ κυριαρχῇ καὶ σήμερα. Πάρα πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀκόμα καὶ χριστιανοί, παρασυρμένοι ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῆς ἀθεΐας καὶ ἀπιστίας, ζοῦν στὴν πλάνη καὶ τὴν ἀσέβεια.
Καθώς, λοιπόν, βρισκόμαστε στὸ ξεκίνημα τῆς νέας χρονιᾶς, ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐξετάσουμε τὴν πορεία μας. Νὰ κάνουμε ἕναν λεπτομερὴ ἔλεγχο μέσα στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας, κατὰ πόσο τὰ ἔργα μας συμφωνοῦν μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου; Εἶναι ἔργα τοῦ φωτὸς ἢ τοῦ σκότους. Ἂν ντρεπόμαστε γι’αὐτὰ καὶ φοβόμαστε νὰ ἔρθουν στὴν ἐπιφάνεια, τότε μᾶλλον εἶναι ἔργα τῆς ἁμαρτίας.
Γι’αὐτὸ, ὅσο ἔχουμε καιρό, πρέπει νὰ ἀπομακρύνουμε τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὴ ζωή μας καὶ μὲ τὴν εἰλι-κρινή μας μετάνοια νὰ ἀνοίξουμε ἕνα παράθυρο στὸ φῶς. Ἄν ἔτσι πράξουμε, θὰ γίνουμε παιδιὰ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀληθείας καὶ θὰ ζήσουμε αἰωνίως. Ἂν ὅμως ἀδιαφορήσουμε, θὰ παραμείνουμε ἀλύτρωτοι. Δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, δοῦλοι «τῶν ἔργων τοῦ σκότους» (Ρωμ.13,12). Σέ μᾶς ἐναπόκειται ἡ μεγάλη ἐκλογή. ΑΜΗΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου