π. Τ. Η.
Σήμερα ἡ Εκκλησία μας, ἑορτάζει τὴ μνήμη τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ κηρυκτικό τους ἔργο, ὁ μὲν Πέτρος κυρίως στοὺς Ἰουδαίους, ὁ δὲ Παῦλος πρῶτα στοὺς Ἰ-ουδαίους καὶ ἔπειτα στὰ ἔθνη, δηλαδή, στοὺς εἰδωλολάτρες ‒γι’αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖται καὶ Ἀπόστολος τῶν «Ἐθνῶν» ‒ συνετέλεσαν δυναμικὰ στὴ διάδοσι τοῦ Εὐαγγελίου καὶ στὴν σταδιακὴ ἐξάπλωσι τοῦ Χριστιανισμοῦ στὸν κόσμο.
Οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος, μαζὶ βεβαίως καὶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους Ἀποστόλους, μὲ τοὺς κόπους ποὺ κατέβαλλαν, θεμελίωσαν τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας πάνω στὴν ἀσάλευτη πέτρα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία, ὅ-πως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε: «Πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς», ποτὲ κανεὶς δὲ θά μπορέσῃ νὰ τὴν ἐξαφανίσῃ, ὅσο σκληρὰ κι ἂν τὴν πολεμήσῃ.
Σπουδαῖο, λοιπόν, τὸ ἔργο τοῦ Ἀποστόλου, ποὺ σκοπὸ ἔχει, νὰ κάνῃ γνωστὸ τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς ἀν-θρώπους καὶ ἔτσι, νὰ τοὺς βγάλῃ ἀπὸ τὰ σκοτάδια τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ στὸ Φῶς καὶ στὴν Ἀλήθεια, στὴν γνώσι τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ συ-νεπῶς στὴν αἰωνία σωτηρία.
Ἕνα τέτοιο σπουδαῖο ἔργο, χρειάζεται καὶ τοὺς κατάλληλους ἀνθρώπους γιὰ νὰ τὸ φέρουν εἰς πέρας, διότι δὲν εἶναι πάντα εὔκολο νὰ διαγράψουν οἱ ἄνθρωποι ὅσα πίστευαν ἀπὸ αἰῶνες καὶ νὰ πιστέψουν σὲ κάτι νέο, σὲ μία νέα διδασκαλία ὅπως ὁ Χριστιανισμός, ποὺ μιλάει γιὰ ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς, γιὰ συγχώρεσι, γιὰ κακοπάθεια, γιὰ ἐκκοπὴ τῶν παθῶν καὶ ἄσκησι τῆς ἀρετῆς κτλ.
Ἕνας ἀπόστολος, λοιπόν, χρειάζεται νὰ διαθέτῃ πολλὰ χαρίσματα γιὰ νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα ἡ προσπά-θειά του. Νὰ ἔχῃ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή, ὥστε νὰ μὴν ἀπογοητεύεται καὶ τὰ παρατάει μὲ τὶς πρῶτες δυ-σκολίες ποὺ θὰ συναντήσῃ στὴν πορεία του. Νὰ ἔχῃ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ἔργο ἐπιτε-λεῖ, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν συνάνθρωπο στὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται ἀπὸ ἐνδιαφέρον, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ σώσῃ τὴν ψυχή του.
Νὰ ἔχῃ, ἀκόμα, ταπεινὸ φρόνημα, ὅτι εἶναι διάκονος Χριστοῦ, «ἀχρεῖος δοῦλος», ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος νὰ λέμε, ποὺ κάνει αὐτὰ ποὺ πρέπει νὰ κάνῃ. Νὰ μὴν παίρνουν τὰ μυάλα του ἀέρα, πὼς εἶναι κάποιος τρανὸς καὶ σπουδαῖος καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ὀφείλουν νὰ τὸν τιμοῦν καὶ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν. Ὁ ἀπό-στολος Παῦλος, ἔχοντας ἐπίγνωσι τῆς ἁμαρτωλότητός του καὶ ὅτι πρὶν ἦταν διώκτης τῆς Ἐκκλησίας, λέει πὼς εἶναι: «Ὁ ἔσχατος τῶν Ἀποστόλων»(Α΄Κορ.15,7-9)· λίγο καιρὸ ἀργότερα λέει ὅτι: «Εἶμαι ὁ ἔσχατος τῶν ἀνθρώπων» (Ἐφεσ.3,8), καὶ στὸ τέλος ταπεινώνεται ἀκόμα περισσότερο λέγοντας: «Εἶμαι ὁ ἔσχατος τῶν ἁμαρτωλῶν»,(Α΄Τιμ.1,15).
Ἐπίσης, γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνῃ τοὺς πιστούς, ἐργαζόταν ὡς σκηνοποιὸς γιὰ νὰ ἐξοικονομῇ τά ἀπαραί-τητα καὶ νά μὴν ἐνοχλῇ κανέναν γιὰ τὴ διατροφή του. Μάλιστα, προειδοποιεῖ ξεκάθαρα, ὅτι στὸ μέλ-λον θὰ ἐμφανιστοῦν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ θεωροῦν τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου μέσο πλουτισμοῦ. Αὐτοὶ θὰ ἀνέλθουν στὸ ἀποστολικὸ-ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα ὡς ἐπαγγελματίες καὶ ὄχι μὲ πίστι, ἀλλὰ ἀπὸ φιλοδοξία, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουν τιμὲς καὶ δόξα ἀπὸ τοὺς πιστούς, (Α΄Τιμ.6,3-5).
Τὸ ἴδιο ταπεινὸς ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Ὅταν ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, ἀμέσως μετανόησε καὶ «ἔκλαυσε πικρῶς», γιὰ τὸ βαρὺ ἁμάρτημά του. Καὶ ἀργότερα, ἐπειδὴ ἀπέφευγε νὰ τρώῃ μὲ τοὺς Χρι-στιανοὺς ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὰ ἔθνη, γιὰ νὰ μὴ δυσαρεστήσῃ τοὺς Ἰουδαίους, καὶ ὁ Παῦλος τὸν ἤ-λεγξε δημοσίως γιὰ τὴν ὑποκριτική του αὐτὴ συμπεριφορά, παρὰ τὸ κῦρος ποὺ εἶχε ὡς ἀπόστολος, δέ-χθηκε ἀδιαμαρτύρητα τὸν ἔλεγχο καὶ διορθώθηκε (Γαλ.2,11-14).
Καὶ οἱ δύο, ἐπίσης, ἦταν ἀκτήμονες καὶ ἀφιλάργυροι καὶ δὲν προσπαθοῦσαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τοὺς πιστοὺς καὶ νὰ πλουτίσουν. Λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱμα-τισμοῦ οὐδενὸς ἐπιθύμησα» (Πράξ.20,33-34). Ὁ δὲ Πέτρος, ἐνῶ βρισκόταν μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος, ὅταν εἶδε ἕναν ἐκ γενετῆς ἀνάπηρο νὰ τοὺς ζητᾷ ἐλεημοσύνη, τοῦ εἶπε: «Ἀργύ-ριον καὶ χρυσίον οὒχ ὑπάρχει μοί· ὁ δὲ ἔχω τοῦτο σοὶ δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιεπάτει» καὶ ἀμέσως ὁ ἀνάπηρος ἔγινε καλά (Πράξ.3,6).
Ἀκόμη, καὶ οἱ δύο Ἀπόστολοι ἀγαποῦσαν μὲ ὑπέρμετρο ζῆλο τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς ἦταν τὸ κέντρο τῆς ζω-ῆς τους. Καὶ προκειμένου νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιό Του στὸν κόσμο, εἶχαν πάρη τὴν ἀπόφασι νὰ μὴ δειλιάσουν, ἀκόμα κι ἂν αὐτὸ τοὺς ὁδηγοῦσε στὸ θάνατο. Γι’αὐτὸ καὶ ἀψηφοῦσαν τοὺς κινδύνους καὶ στάθηκαν ἄφοβοι καὶ ἀ-τρόμητοι μπροστὰ σὲ ἄρχοντες καὶ βασιλεῖς, διδάσκοντας καὶ ἐλέγχοντας καὶ μένοντας ἀπτόητοι στὶς ἀπειλές τους.
Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ μὲ προθυμία καὶ χαρὰ δέχθηκαν νὰ ὑποβληθοῦν σὲ ἕνα σωρὸ ταλαιπω-ρίες, δείχνοντας ἀδιάκοπη φροντίδα, προκειμένου νὰ στερεωθοῦν στὴν πίστι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί.
Πόσα δὲν ὑπέμειναν γιὰ τὴν διάδοσι τοῦ Θείου Λόγου! Κοπιαστικὲς πορεῖες, ναυάγια, λιθοβολισμούς, μαστιγώσεις, φυλακίσεις, συκοφαντίες καὶ κατατρεγμούς ἀπὸ Ἰουδαίους καὶ εἰδωλολάτρες. Νηστεῖες, ξενύχτια, προσευχές, ἀτέλειωτα κηρύγματα, νουθεσίες προσωπικὰ στὸν καθένα πιστὸ ξεχωριστὰ καὶ συμβουλὲς μετὰ δακρύων, ἔως νὰ μορφωθῇ ὁ Χριστὸς μέσα στὴν ψυχὴ τῶν νεοφωτίστων. «Τίς ἀσθε-νεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκαν-δαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Β΄Κορ.11,29).
Ἡ ζωὴ τους ἦταν, μὲ λίγα λόγια, ἕνα διαρκὲς μαρτύριο. Οἱ Πρωτοκορυφαῖοι Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος, «Ἐκοπίασαν ὑπερβαλλόντως» γιὰ τὴ διάδοσι τοῦ Εὐαγγελίου στὴ σκοτισμένη ἕως τότε ἀν-θρωπότητα. Αὐτοὶ οἱ ἅγιοι κόποι ἦταν γι’αὐτοὺς τὸ μεγαλύτερο παράσημο καὶ ὁ μεγαλύτερος ἔπαινος.
Ἂς παραδειγματιστοῦμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν ἐνάρετη ζωή τους, τὴν ἀγάπη καὶ τὸν ζῆλο τους γιὰ τὸν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἂς προσπαθήσουμε νὰ μείνουμε πιστοὶ στὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ μᾶς κήρυξαν καὶ μᾶς πα-ρέδωσαν μὲ τόσους κόπους καὶ θυσίες. ΑΜΗΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου